Ρατσισμός σημαίνει ότι εγώ πιστεύω πως η δική μου ράτσα είναι καλύτερη από τη δική σου και πρέπει να σε εξοντώσω για να επιβληθώ. Αυτό δεν ήταν ποτέ μέσα στην ελληνική θέαση του κόσμου! Ξαφνικά λοιπόν έρχεται αυτό το πράγμα, το οποίο κατά τη γνώμη μου χωρίς να είμαι ούτε πολιτικός επιστήμονας ούτε κοινωνιολόγος, είναι ένα πράγμα ξενόφερτο.

 

Συνέντευξη στην Αγγελική Μπάτσου

 

Το kallitexnes.gr συνάντησε την θεατρική συγγραφέα και ποιήτρια Αναστασία Βούλγαρη για μια συζήτηση εκ βαθέων. Η συγγραφέας του θεατρικού «Το τελευταίο παιχνίδι» που παίζεται για δεύτερη χρονιά στο θέατρο «Έαρ Βικτώρια», μας μίλησε τόσο για το συγκεκριμένο έργο, όσο και για τη λογοτεχνία ως μέσο πολιτικής αφύπνισης, για κοινωνικά ζητήματα, για τους νέους και το φαινόμενο του bullying, τη συγγραφική της έμπνευση, τις αξίες ζωής, καθώς και για τα μελλοντικά της οράματα. Μας μίλησε επίσης και για άλλα δικά της έργα, καθώς και για τα κακώς κείμενα των εκδοτών απέναντι στους νέους συγγραφείς.

 

Ένας εξαιρετικά ευγενικός, πληροφορημένος και συγκροτημένος άνθρωπος, που είχε πάρα πολλά αξιόλογα πράγματα να μοιραστεί. Η συζήτηση μαζί της ήταν μία από τις πιο ουσιώδεις και ενδιαφέρουσες εμπειρίες. Τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και ως kallitexnes.gr την ευχαριστούμε θερμά για τον πολύτιμο χρόνο που μας διέθεσε.

Ας την απολαύσουμε!

-Καλώς ήρθατε στο kallitexnes.gr και σας ευχαριστούμε για τη συνέντευξη που μας παραθέτετε. Δεύτερη χρονιά που το τόσο ξεχωριστό σας έργο που αγαπήθηκε από το κοινό, «Το τελευταίο παιχνίδι», συνεχίζει στο θέατρο «Έαρ Βικτώρια». Πώς νιώθετε για όλο αυτό; Ποιές είναι οι σκέψεις σας;

Αναστασία Βούλγαρη: Μου δίνει μεγάλη χαρά το γεγονός ότι συνεχίζει και δεύτερη χρονιά. Πέρσι πήγε πολύ καλά και σημείωσε επιτυχία, γι΄αυτό άλλωστε ο κύριος Χριστοδούλου αποφάσισε να συνεχίσει τις παραστάσεις και φέτος. Πέρσι μας έγινε μια πολύ μεγάλη τιμή: να δει την παράσταση ο κύριος Κώστας Γεωργουσόπουλος και να γράψει ένα πολύ ωραίο κείμενο για εμάς. Προσωπικά, συγκινήθηκα πάρα πολύ όταν διάβασα το κείμενό του. Ήταν για μένα μία πολύ ευχάριστη έκπληξη, αυτός ο τεράστιος άνθρωπος του θεάτρου να γράψει τόσο ωραία λόγια για εμάς.

Σχετικά με το πώς νιώθω… βεβαίως και φέτος έχω αγωνία, όπως είχα και πέρσι, για το αν θ’ αρέσει δηλαδή στον κόσμο. Η δική μου αγωνία είναι όχι ως προς τους ηθοποιούς… σε αυτό είναι καταπληκτικοί όλοι τους! Το ίδιο και η σκηνοθεσία του κυρίου Χριστοδούλου, τα σκηνικά, ο φωτισμός κ.λ.π. Εγώ είμαι συγγραφέας και η αγωνία του συγγραφέα είναι πάντα σε σχέση με το κείμενό του. Αν δηλαδή, το κείμενό του θα αγγίξει την ψυχή του κοινού. Πάντως, σας λέω ότι έχω διαβάσει και έχω ακούσει τα καλύτερα. Το έχω δει βέβαια το έργο και ομολογώ ότι είναι μοναδικό.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήταν και πολύ ωραία η κριτική που μας γράψατε.

-Οι σπουδές στη γαλλική γλώσσα κατά πόσο αποτέλεσαν παράγοντα επιρροής, τόσο στο έργο σας ως συγγραφέας, όσο και ως άνθρωπος;

Αναστασία Βούλγαρη: Η γαλλική κουλτούρα με επηρέασε κυρίως ως προς τη φινέτσα των ανθρώπων. Αφενός η φοίτησή μου στο γαλλικό σχολείο Saint Joseph και στη συνέχεια οι περαιτέρω μου σπουδές στη Γαλλία, άσκησαν μια μεγάλη επιρροή, κυρίως όσον αφορά την καθημερινότητα. Το λέω αυτό, γιατί υπήρχε μία μεγάλη ευγένεια στην καθημερινότητα. Ας πούμε όταν είχα πρωτοπάει, μου έλεγαν οι συμφοιτητές εκεί ότι «πρόσεξε όταν θα παίρνεις ψωμί, θα λες πάντα καλημέρα. Όποιος δε λέει καλημέρα, δεν του δίνουν ψωμί!» Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό… όλη αυτή η ευγένεια.

Ως φοιτήτρια τότε, γνώρισα τη Γαλλία του Φρανσουά Μιτεράν. Αυτού του μεγάλου Γάλλου πολιτικού, ο οποίος ήταν λάτρης της ελληνικής κουλτούρας. Ζούσα σε μια πόλη, την Μπεζανσόν. Η Μπεζανσόν ήταν σαν την Πάτρα. Είναι η πρωτεύουσα της περιοχής Franche Compte, πολύ κοντά στη Βασιλεία. Η πόλη που φοιτούσα λοιπόν, είχε μια δημοτική βιβλιοθήκη όπου ήταν μεταφρασμένοι στα γαλλικά όλοι οι νεότεροι Έλληνες ποιητές. Από τον Καβάφη έως και τον Ρίτσο. Τότε ζούσε και ο Ζακ Λακαριέρ, ο οποίος μετέφραζε όλους τους Έλληνες ποιητές. Είχε και δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό, όπου είχαν πρόσβαση Έλληνες και ξένοι φοιτητές. Υπήρχε και δημοτικό σινεμά, που έκανε αφιερώματα στον ελληνικό κινηματογράφο. Θυμάμαι τότε είχα δει τον «Μεγαλέξανδρο» του Αγγελόπουλου. Εκεί ήταν που το είδα για πρώτη φορά και όχι στην Ελλάδα.

Ο Μιτεράν και η κυβέρνηση της Γαλλίας, φιλοξενούσαν όλους τους πολιτικούς πρόσφυγες από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής που είχανε δικτατορίες. Εμείς κάναμε παρέα με Χιλιανούς, οι οποίοι είχαν και ένα μουσικό συγκρότημα και κάνανε μουσικές βραδιές με τα τραγούδια της Χιλής, τα οποία είναι καταπληκτικά. Στο μουσικό αυτό σχήμα υπήρχαν και Χιλιανοί απόγονοι Ευρωπαίων, αλλά και Ινδιάνοι. Όλοι εμείς λοιπόν, ακούγαμε τις υπέροχες μουσικές και μαζεύαμε χρήματα για να τα στέλνουν στον εκεί αντιδικτατορικό αγώνα. Υπήρχε άνθρωπος που είχε πάνω του σημάδια βασανισμού από τη δικτατορία του Πινοσέτ. Τέτοιες αναμνήσεις λοιπόν έχω… αυτή τη Γαλλία θυμάμαι, αυτή η Γαλλία μου άρεσε…

Αυτό που προσπάθησα να κάνω, είναι να μην υπάρχει αυτός ο απόλυτος διαχωρισμός που είναι λίγο χολιγουντιανός, δηλαδή ο καλός και ο κακός. Προσπάθησα να το χτίσω σύμφωνα με την ελληνική θέαση του κόσμου. Όπως μας το δίδαξαν οι τραγικοί μας. Δηλαδή ότι ακόμα και αυτός που είναι ο «κακός», είναι έτσι για κάποιο λόγο. Κάτι άσχημο προφανώς έχει συμβεί στη ζωή του ή είναι αναγκασμένος να γίνει «κακός».

-Ποιά είναι η άποψή σας για τη στρατευμένη λογοτεχνία; Πιστεύετε στο παλιό γνωστό λογοτεχνικό κίνημα «Η τέχνη για την τέχνη» ή ο κάθε καλλιτέχνης οφείλει να υψώνει τη φωνή του ενάντια στα κακώς κείμενα, τόσο σε πολιτικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο;

Αναστασία Βούλγαρη: Θα αναφερθώ στους Έλληνες τραγικούς, οι οποίοι σαφέστατα έπαιρναν θέση. Ο Ευριπίδης γράφει τη «Μήδεια» εν μέσω Πελοποννησιακού πολέμου, για να στείλει ένα μήνυμα στην Αθήνα. Ο Σοφοκλής την «Αντιγόνη» και μιλά έτσι για την αντίσταση στην εξουσία, όταν η εξουσία παραβιάζει τους άγραφους νόμους της πόλης. Όλο αυτό είναι υπεράσπιση της δημοκρατίας. Ας μου επιτραπεί να κάνω ένα άλμα αιώνων και να φτάσω στον Ρήγα Φεραίο, ο οποίος έγραψε τον «Θούριο» και όχι μόνο. Να φτάσω και στον Διονύσιο Σολωμό και να αναφερθώ σε ένα μόνο έργο από τον πατέρα της νεοελληνικής ποίησης, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Μεσολογγίου. Ακολουθεί ο Παλαμάς και μετά η περίφημη και αξεπέραστη μέχρι σήμερα γενιά του 1930. Όλες αυτές οι γενιές δημιουργών, παίρνουν θέση στα πράγματα. Μην ξεχνάμε ότι το ελληνικό θέατρο άνθισε σε συνθήκες δημοκρατίας. Μιλώ για το αρχαίο ελληνικό θέατρο, το οποίο εκπηγάζει από την ίδια την κοινωνία, η οποία λειτουργεί με δημοκρατία και εν ελευθερία. Ο καλλιτέχνης παίρνει μηνύματα, τα μεγεθύνει μέσα του (χρησιμοποιώ το ρήμα «μεγεθύνω» για να πω ότι δεν είναι απλώς μία αντανάκλαση της εκάστοτε πραγματικότητας) και στέλνει τα μηνύματά του μέσω του έργου του. Όλο αυτό, ο Έλληνας καλλιτέχνης διαχρονικά δεν το κάνει νιώθοντας υπεράνω. Το αντίθετο. Με το έργο του δημιουργεί μια συνομιλία με τον κόσμο. Είναι μια δημοκρατική συνομιλία. Προσωπικά, σε αυτά τα βήματα βαδίζω και νομίζω φαίνεται και από το έργο μου.

Επομένως, το ρητό «η τέχνη για την τέχνη» δεν με βρίσκει τελικά σύμφωνη.

-Περιγράψτε μας με τον δικό σας τρόπο τους χαρακτήρες του έργου σας «Το τελευταίο παιχνίδι». Εννοώ τα προτερήματά τους, τα ελαττώματά τους, το παρελθόν, παρόν και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Αναστασία Βούλγαρη: Όταν άρχισα να γράφω το έργο, έμπνευσή μου ήταν η Όλγα, η μάνα. Άρχισα πρώτα να γράφω την Όλγα, μετά μπήκε κι ο Άγγελος. Αυτά δηλαδή, ήταν τα πρόσωπα της έμπνευσης και μετά ξεκίνησα να το χτίζω όλο αυτό… να πλάθω τους χαρακτήρες. Αυτό που προσπάθησα να κάνω, είναι να μην υπάρχει αυτός ο απόλυτος διαχωρισμός που είναι λίγο χολιγουντιανός, δηλαδή ο καλός και ο κακός. Προσπάθησα να το χτίσω σύμφωνα με την ελληνική θέαση του κόσμου. Όπως μας το δίδαξαν οι τραγικοί μας. Δηλαδή ότι ακόμα και αυτός που είναι ο «κακός», είναι έτσι για κάποιο λόγο. Κάτι άσχημο προφανώς έχει συμβεί στη ζωή του ή είναι αναγκασμένος να γίνει «κακός». Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν, έφτιαξα τους χαρακτήρες.

Η μάνα είναι μία τραυματισμένη προσωπικότητα. Το ίδιο και ο πατέρας, ο οποίος είναι ένας άγριος και απόλυτος άνθρωπος που όμως και σε εκείνον κάτι έχει συμβεί και έχει γίνει έτσι. Μετά υπάρχουν τα δύο παιδιά, όπου το ένα ταυτίζεται με τον πατέρα του προσπαθώντας να πάρει αποδοχή από εκείνον, την οποία δεν παίρνει και γι΄αυτόν τον λόγο πάει και εντάσσεται σε μια συμμορία στο χωριό και το άλλο παιδί είναι ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Είναι ταλαντούχος, βραβευμένος, είναι η ξεχωριστή προσωπικότητα. Αυτός έχει ταυτιστεί με τη μάνα του, λόγω του ότι είναι ιδιαίτερος και πολύ ευαίσθητος. Έτσι δημιουργούνται συνέχεια συγκρούσεις ανάμεσα στα αδέρφια, του πατέρα με τον ένα γιο, του πατέρα με τον άλλον γιο, της μάνας με τον πατέρα…

-Μέσα από το έργο σας «Το τελευταίο παιχνίδι», ποιός είναι ο χαρακτήρας που ξεχωρίζετε πιο πολύ, αν υπάρχει φυσικά το στοιχείο του διαχωρισμού;

Αναστασία Βούλγαρη: Ο Άγγελος, λόγω της ιδιαιτερότητάς του, της ευαισθησίας του και των ταλέντων του.

-Πείτε μας λίγα λόγια για τα άλλα έργα που έχετε εκδώσει ως τώρα.

Αναστασία Βούλγαρη: Ξεκίνησα με μία νουβέλα που ονομάζεται «Θα σε λιώσω!». Ο τίτλος είναι σε εισαγωγικά με θαυμαστικό, γιατί κάποιος το λέει επιτακτικά σε κάποιον άλλον μέσα στο κείμενο. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε το 2011 για πρώτη φορά το μονόπρακτο μου «Κάποιος να με φωνάξει», το οποίο είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία μιας γυναίκας. Η μουσική επένδυση του έργου είναι από έργα του Μίκη Θεοδωράκη.
Το έργο αυτό ξαναπαρουσιάστηκε και το 2015 σε σκηνοθεσία Αλεξίου Κοτσώρη. Εν τω μεταξύ είχε κάνει μία μικρή περιοδεία στη Ρουμανία, υπό την αιγίδα της ελληνικής κοινότητας. Έπαιξε σε 5 πόλεις. Εγώ είχα πάει στην πρεμιέρα στο Οdeon, στο Βουκουρέστι.

Έχει εκδοθεί επίσης και η ποιητική μου συλλογή «Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης», που στο εξώφυλλό της φέρει ένα έργο του σπουδαίου ζωγράφου Ανδρέα Μαράτου, ο οποίος έχει γράψει και τον πρόλογο του βιβλίου.

Τον Οκτώβριο του 2016 έγραψα ένα κείμενο για μια μουσικοθεατρική παράσταση, που ήταν στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Το μικρό Παρίσι των Αθηνών» και το θέμα ήταν η γυναίκα. Το κείμενο, που ο κ. Χριστοδούλου ήθελε να ενταχθεί μέσα στο φεστιβάλ με θέμα ένα αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη, λέγεται «Μάνα, γυναίκα,αδελφή» και κάναμε δύο παραστάσεις στο θέατρο «Έαρ-Βικτώρια».

Έχω συγγράψει επίσης, δύο πονήματα πάνω σε δύο ογκώδη συγγραφικά έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Εννοώ πάνω στα φιλοσοφικά και στοχαστικά του έργα και στο θεωρητικό-κοινωνικό κομμάτι του, όχι στο μουσικό. Τα πονήματα αυτά, τα προλόγισε ο ίδιος. Τα βιβλία αυτά υπάρχουν στο διαδίκτυο με ελεύθερη πρόσβαση. Μπορεί κάποιος να τα βρει μέσα από το site μου.

geopitv-001

Ο καλλιτέχνης παίρνει μηνύματα, τα μεγεθύνει μέσα του και στέλνει τα μηνύματά του μέσω του έργου του. Με το έργο του δημιουργεί μια συνομιλία με τον κόσμο. Είναι μια δημοκρατική συνομιλία. Προσωπικά, σε αυτά τα βήματα βαδίζω και νομίζω φαίνεται και από το έργο μου.

-Εκείνο που με συγκλόνισε όταν το διάβασα, ήταν το ποίημα που γράψατε για τη μητέρα του αδικοχαμένου Παύλου Φύσσα.

Αναστασία Βούλγαρη: Θα σας πω πώς έγραψα το ποίημα. Διάβαζα ειδήσεις μέσα σε ένα site και βλέπω τη φωτογραφία της κυρίας Φύσσα στο δικαστήριο, όπου ο δολοφόνος του Παύλου της μίλησε άσχημα, ίσως την πρόσβαλε και εκείνη όπως κρατάει το μπουκάλι του νερού, ετοιμάζεται να του το πετάξει. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή την έχουν φωτογραφίσει. Είπα μέσα μου «μπράβο της»! Η γυναίκα αυτή είχε μία έκφραση άκρως επαναστατική εκείνη την ώρα. Δεν είχε τον θυμό τον ευτελή.Ήτανε ο θυμός ενός ανθρώπου με άποψη και ήθος και μόλις είδα αυτή τη φωτογραφία, άκουγα και μία μουσική εκείνη την ώρα που μου άρεσε πολύ, το ποίημα βγήκε μέσα από την καρδιά μου σαν νερό! Το ποίημα που έγραψα και φέρει τον τίτλο «Μάγδα Φύσσα» θα συμπεριλαμβάνεται στην επόμενη ποιητική μου συλλογή.

-Ποιά κομμάτια της τέχνης, πέρα από τη συγγραφή, σας εκφράζουν επίσης;

Αναστασία Βούλγαρη: Πέρα από τη συγγραφή, η μουσική η οποία αρέσει πάρα πολύ σε όλους τους ανθρώπους. Επίσης η ζωγραφική, γιατί η μαμά μου είναι λάτρης της ζωγραφικής και από πολύ μικρή με πήγαινε σε εκθέσεις ζωγραφικής, σε γκαλερί και τα λοιπά. Το σινεμά, βέβαια! Μεγάλη αγάπη το σινεμά, γιατί ήμουν τυχερή και έζησα όλη αυτή τη γενιά των Ευρωπαίων κινηματογραφιστών με έργα του Φελίνι, του Αντονιόνι, όλους αυτούς. Η μαμά μου θυμάμαι, με είχε πάει 14 χρόνων στη «Φθινοπωρινή σονάτα» του Μπέργκμαν. Ήτανε πολύ δύσκολο ομολογουμένως αυτό το έργο για μια έφηβη! Αλλά αυτή ήταν και η μαγεία του! Σαν παιδάκι, με πήγαινε η μητέρα μου και έβλεπα ωραίες παραγωγές. Θυμάμαι με νοσταλγία «Το γαλάζιο πουλί της νιότης».

-Οι καιροί που ζούμε είναι δύσκολοι και διφορούμενοι και ο κόσμος τείνει να χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα, σε δύο πλευρές. Τί πιστεύετε για όλο αυτό;

Αναστασία Βούλγαρη: Πληγώνεται το συναίσθημά μου. Η ζωή δεν είναι άσπρο-μαύρο. Υπάρχουν πολλά χρώματα στο ενδιάμεσο και κάθε χρώμα γεννάει άλλο χρώμα. Τα χρώματα είναι άπειρα. Δυστυχώς, υπάρχει αυτός ο κάθετος και οριζόντιος διαχωρισμός, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά γενικά στον κόσμο. Δεν υπάρχει μόνο ο κάθετος διαχωρισμός, ο κοινωνικός διαχωρισμός, δηλαδή πλούσιοι και φτωχοί. Υπάρχει και ο οριζόντιος διαχωρισμός και ειδικά τον τελευταίο καιρό είναι πολύ σκληρό όλο αυτό. Μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα έζησε μεγάλες περιόδους διχασμού. Διαβάζω τώρα την ιστορία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και θρηνώ για το διχασμό των Ελλήνων τότε. Δυστυχώς στην ιστορία μας είχαμε κι άλλους διχασμούς. Αλλά δεν ισχύει αυτό που λένε ότι οι άλλοι λαοί δεν έχουν. Βεβαίως κι έχουν και είναι λάθος που λένε ότι οι Έλληνες από γεννησιμιού μας είμαστε διχαστικοί. Όλοι οι λαοί έτσι είναι. Έγιναν πολλοί εμφύλιοι στην ευρωπαϊκή ήπειρο μεταξύ των λαών της σημερινής Ευρώπης.

Αλλά κάποια στιγμή, ο εμφύλιος σπαραγμός πρέπει να σταματήσει, γιατί για να βρει ο κάθε άνθρωπος τον εαυτό του πρέπει να είναι μαζί με τον άλλον. Μονάδες χωρισμένες δεν προχωράνε. Η ζωή και ο πολιτισμός δεν προχωράνε έτσι. Υπάρχουν τείχη και στην τέχνη. Ομάδες με τείχη που δεν επικοινωνούν. Μα αν δεν επικοινωνήσεις και με μία άλλη μορφή έκφρασης, πώς θα αποκτήσεις γνώση;

Όσον αφορά αυτό που έρχεται, θα εξαρτηθεί από αυτό που θα κάνουμε εμείς σαν κοινωνία και σαν άτομα. Αν δεν νικήσουμε τους φόβους μας, δεν θα έρθουν καλά πράγματα.

-Ποιά είναι η άποψή σας για τα ζητήματα που αφορούν τον κοινωνικό ρατσισμό; Μιλάμε για θέματα, όπως το μεταναστευτικό, οι φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις, τα κοινωνικά χάσματα που δεν γεφυρώνονται. Ποιά νομίζετε ότι είναι η λύση;

Αναστασία Βούλγαρη: Λύση είναι ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας. Στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ ως τώρα τέτοιου είδους ρατσισμό. Από την αρχαιότητα, γνωρίζαμε την έννοια της φιλοξενίας. Η αρχαία Αθήνα είχε τους μετοίκους και υπήρχαν οι νόμοι της πόλης, οι οποίοι ήταν απαραβίαστοι ανά τους αιώνες. Από την Ελλάδα ήρθαν κι έφυγαν κατακτητές και αυτό που υπήρχε σε επίπεδο λαού, ήταν η αναμεταξύ μας συνεργασία και ανοχή. Βέβαια όταν ήμασταν κατακτημένοι, οι κατακτητές λειτουργούσαν σαν κατακτητές και ο κατακτητής είναι πάντα βίαιος. Ακόμα όμως και στις χειρότερες περιόδους μας, υπήρχε ένα μέτρο. Για παράδειγμα, σε μία οικογένεια ήταν ο ένας αδελφός από τη μία πλευρά, ο άλλος αδελφός από την άλλη. Όταν τύχαινε να συναντηθούν στο τραπέζι του σπιτιού που ήταν η μάνα εκεί, λειτουργούσε η οικογένεια. Πάνω από όλα ήταν η οικογένεια.

Βέβαια πάντα σε όλες τις κοινωνίες, λόγω έλλειψης γνώσης, κορόιδευαν ανθρώπους που είχαν άλλους σωματότυπους, περιγελούσαν ανθρώπους διαφορετικούς (αυτό γίνεται σε όλη την ανθρωπότητα, δεν είναι ελληνικό θέμα. Συμβαίνει ανά τους αιώνες.) Περιγελούσαν ανθρώπους άλλης ερωτικής κατεύθυνσης. Συμβαίνει όντως αυτό και είναι επώδυνο για όποιον το υφίσταται. Άλλο όμως αυτό, άλλο ο ρατσισμός. Ρατσισμός σημαίνει ότι εγώ πιστεύω πως η δική μου ράτσα είναι καλύτερη από τη δική σου και πρέπει να σε εξοντώσω για να επιβληθώ. Αυτό δεν ήταν ποτέ μέσα στην ελληνική θέαση του κόσμου! Ξαφνικά λοιπόν έρχεται αυτό το πράγμα, το οποίο κατά τη γνώμη μου χωρίς να είμαι ούτε πολιτικός επιστήμονας ούτε κοινωνιολόγος, είναι ένα πράγμα ξενόφερτο.

Η Δύση δίδαξε τον ρατσισμό (φυλετικό και ταξικό) στην ανθρωπότητα, ήδη από τη ρωμαιοκρατία. Στη συνέχεια με τους Αφρικάνους, που τους ξερίζωναν βιαίως από τα χωριά τους και περνούσαν τα πάνδεινα μέχρι να φτάσουν στην Αμερική, μέσα σε εκείνα τα φρικτά κολαστήρια-καράβια και μετά η εγκαθίδρυση του ρατσισμού εκεί που κρατάει μέχρι τις μέρες μας. Ο ρατσισμός για το χρώμα, δηλαδή. Αυτούς τους ανθρώπους τους αποκαλούσαν «ομιλούντα εργαλεία», αφού τους βασάνιζαν και τους αφαιρούσαν κάθε ανθρώπινο δικαίωμα. Θεωρούσαν δε ότι ως εργαλεία δεν πονάνε, δεν έχουν συναίσθημα και ούτω καθεξής.

Αυτό λοιπόν που έγινε στην Ελλάδα όταν ήρθαν οι πρώτοι ξένοι εδώ το 1992 από την γειτονική μας χώρα, την Αλβανία (που ήρθαν οι άνθρωποι για να βρουν εδώ ένα κομμάτι ψωμί, γιατί στη χώρα τους είχαν διαλυθεί τα πάντα), ενώ εμείς αρχικά τους καλοδεχτήκαμε, μέσα από την παραβατικότητα κάποιων, αλλά και από κάποιες δικές μας απαίσιες συμπεριφορές, αρχίζει σιγά-σιγά να γιγαντώνεται όλο αυτό το πράγμα. Δεν πιστεύω ότι ο Έλληνας έχει την αντίληψη ως λαός ότι η δική του ράτσα είναι η καλύτερη και θα εξοντώσει τους άλλους. Έρχεται όμως η οικονομική κρίση, η ανεργία και δημιουργείται κρίση κοινωνική. Έτσι κι αλλιώς, αυτή η κρίση πάτησε πάνω στην πολιτισμική μας κρίση. Εκεί νομίζω ότι ξεκινάει το πρόβλημα. Μέσα από την κρίση πολιτισμού, προστίθεται και η οικονομική κρίση, η ανεργία, η φτώχεια, αρχίζουν ν’ αυτοκτονούν άνθρωποι, έχουμε πλέον κρίση της ίδιας της κοινωνίας. Όταν η κοινωνία δεν έχει δημοκρατική ενημέρωση, πληροφόρηση και διάλογο, τότε ο κάθε προπαγανδιστής μπορεί να χτίζει στο μυαλό των ανθρώπων ό,τι θέλει. Διότι έχεις ολόκληρες κοινωνικές ομάδες και κοινωνικές τάξεις, οι οποίες πονάνε ψυχικά (υπάρχει μεγάλος ψυχικός πόνος στους ανθρώπους) και βλέπεις ανθρώπους 50 και 55 χρονών που είχαν το μαγαζί τους και εργάζονταν, ξαφνικά ν’ αναγκάζονται να κλείσουν το μαγαζί τους, γιατί δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτές τις τεράστιες οικονομικές προϋποθέσεις. Τί κάνει δηλαδή το σύστημα; Εξοντώνει! Οι άνθρωποι λοιπόν αρχίζουν πια να πονάνε ψυχικά, γιατί όλα τα πράγματα παίζονται στο συναίσθημα του ανθρώπου. Πάνω λοιπόν στον ψυχικό τους πόνο, στον τεράστιο αυτό πόνο, λειτουργεί το θυμικό. Από την άλλη, οι μηχανισμοί προπαγάνδας χρησιμοποιούν την ψυχή του ανθρώπου και οικοδομούν άποψη και μετά αρχίζει όλο αυτό το κακό.

Μια και αναφέρετε το μεταναστευτικό, να θυμίσουμε ότι υπάρχουν τα hot spot με τους πρόσφυγες που χαρακτηρίστηκαν από τον ΟΗΕ «στρατόπεδα συγκεντρώσεως». Αυτό γίνεται… Όπως προείπα λοιπόν, η λύση είναι ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας.

Η ζωή δεν είναι άσπρο-μαύρο. Υπάρχουν πολλά χρώματα στο ενδιάμεσο και κάθε χρώμα γεννάει άλλο χρώμα. Τα χρώματα είναι άπειρα. Δυστυχώς, υπάρχει αυτός ο κάθετος και οριζόντιος διαχωρισμός, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά γενικά στον κόσμο.

-Τί νιώθετε για τους νέους, ενόψει της σημερινής κατάστασης; Πιστεύετε ότι έχει πληγεί η γνώση ως περιεχόμενο, αξία και ουσία; Ποιά νιώθετε ότι είναι η σχέση τους με τη γνώση;

Αναστασία Βούλγαρη: Οι νέοι είναι όπως η κοινωνία, δηλαδή δεν μπορείς να πεις ότι κάτι ισχύει για ολόκληρη την κοινωνία. Σε όλη την Ευρώπη πια παρατηρείται ότι υπάρχουν πολλές κοινωνίες μέσα στην ίδια χώρα.
Στη χώρα μας υπάρχει το κομμάτι της νεολαίας, το οποίο αγαπά την Ελλάδα και θέλει να μορφωθεί και να κάνει κάτι στην Ελλάδα, να σπουδάσει, να κάνει οικογένεια και μπορεί να μη βρει δουλειά, αλλά θέλει να μείνει εδώ, γιατί εδώ είναι οι ρίζες του. Υπάρχει και το κομμάτι της νεολαίας, το οποίο είναι προσανατολισμένο στη Δύση και θέλει τον δυτικό τρόπο ζωής και σκέψης. Δικαίωμά τους φυσικά. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Κατά τη γνώμη μου, λίγα παιδιά γνωρίζουν σήμερα τι σημαίνει αυτό που λέμε «ελληνική θέαση του κόσμου», γιατί αυτό είναι θαμμένο. Πώς να το μάθουν τα παιδιά; Στο σχολείο και στα πανεπιστήμια δεν το μαθαίνουν. Στις οικογένειες, πού να προλάβουν οι γονείς να μιλήσουν στα παιδιά τους… Στα πιο παλιά χρόνια είχαμε το κυριακάτικο τραπέζι, τον θείο που ερχόταν, τη γιαγιά… υπήρχε αφήγηση! Εγώ έβαζα θυμάμαι, τις γιαγιάδες μου και τους θείους μου και μου αφηγούνταν ιστορίες. Την Σμυρνιά θεία μου που είχε έρθει στην Αθήνα με την καταστροφή, συνέχεια την έβαζα και μου έλεγε τις ίδιες ιστορίες. Η πατρική μου γιαγιά ήταν στην εθνική αντίσταση και μας άρεσε να ακούμε τις ιστορίες της.

Χάθηκε λοιπόν όλο αυτό, θάφτηκε η ελληνική ποίηση και η ελληνική λογοτεχνία, η ιστορία μας παραμορφώνεται σκοπίμως και τι μένει τελικά; Μένει η ξερή γνώση των σχολείων και των Πανεπιστημίων, που είναι μία γνώση κυρίως εισαγόμενη, οπότε πολλές ομάδες παιδιών ακολουθούν αυτό. Είναι δύσκολο να πεις σε ένα νέο άνθρωπο «κοίτα, υπάρχει και αυτό… ψάξτο». Δεν ξέρω κατά πόσο θα σε ακούσει. Είμαι ευτυχής που υπάρχουν στη ζωή μου κάποια παιδιά, με τα οποία συναναστρέφομαι και συζητάμε. Με ρωτούν τη γνώμη μου, ρωτάω τη δική τους, διαφωνούμε μεν σε πολλά πράγματα, αλλά υπάρχει ένας διάλογος, υπάρχει ένας προβληματισμός κι από τις δύο πλευρές. Μαθαίνω κι εγώ από τα παιδιά.

Αλλά νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται να κάνουν οι νέοι άνθρωποι και αυτό το λέω από προσωπική εμπειρία, είναι να σκάψουν το έδαφος του πολιτισμού μας. Ν’ αρχίσουν να ανακαλύπτουν τον πολιτισμό αυτής της χώρας. Να πάρουν αξίνες και να αρχίζουν να σκαλίζουν. Υπάρχει ένας υπέροχος πολιτισμός και σκάβοντας, θα ανακαλύψουν σε ποιητές περασμένων αιώνων πράγματα, προτάσεις ζωής που ακόμα δεν έχουν κατακτηθεί.

Θα αναφέρω ως παράδειγμα τον Ρήγα Φεραίο, ο οποίος στα τέλη του 18ου αιώνα γράφει για το δικαίωμα των γυναικών στη μόρφωση, την εργασία και τη σεξουαλική ελευθερία! Μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα, πρώτη φορά οι γυναίκες ψηφίζουν εν καιρώ πολέμου. Η μοναδική χώρα της δυτικής Ευρώπης, όπου ψήφισαν οι γυναίκες τότε ήταν η Ελλάδα του 1944. Τότε που λειτουργούσε η κυβέρνηση του βουνού στις απελευθερωμένες περιοχές, από τον στρατό της Αντίστασης, τον ΕΛΑΣ. Στην Ευρώπη ακόμα τότε, δεν ψήφιζαν οι γυναίκες. Αξίζει να αναφέρουμε επίσης, τη συμμετοχή των γυναικών στην επανάσταση του 1821.

Υπάρχει μια θαμμένη γνώση. Είναι πολλά που δεν ξέρουμε. Λόγου χάρη, δεν ξέρουμε ότι υπήρχαν Ελληνίδες φιλόσοφοι από την αρχαιότητα ακόμη. Όπως δεν ξέρουμε ότι στο Βυζάντιο (όλη αυτή την περίοδο, που την έχουν αμαυρώσει) υπήρχαν γυναίκες ποιήτριες και μουσικοί (γιατί οι ποιητές τότε ήταν και μουσικοί).
Θέλω να πω ότι η ελληνική ιστορία έχει ένα μεγάλο πλούτο ως προς τον αγώνα για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Ας πούμε στο Βυζάντιο, υπήρχε γυναικεία επιχειρηματικότητα. Όπως γυναικεία επιχειρηματικότητα υπήρχε και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν στη δυτική Ευρώπη οι γυναίκες ήταν κάτι χειρότερο από πράγματα.

06032018-2

Μέσα από την κρίση πολιτισμού, προστίθεται και η οικονομική κρίση, η ανεργία, η φτώχεια, αρχίζουν ν’ αυτοκτονούν άνθρωποι, έχουμε πλέον κρίση της ίδιας της κοινωνίας. Όταν η κοινωνία δεν έχει δημοκρατική ενημέρωση, πληροφόρηση και διάλογο, τότε ο κάθε προπαγανδιστής μπορεί να χτίζει στο μυαλό των ανθρώπων ό,τι θέλει. Οι μηχανισμοί προπαγάνδας χρησιμοποιούν την ψυχή του ανθρώπου και οικοδομούν άποψη και μετά αρχίζει όλο αυτό το κακό.

-Τι πιστεύετε για το bullying και τις διαστάσεις που έχει λάβει το συγκεκριμένο φαινόμενο, ειδικά τα τελευταία χρόνια;

Αναστασία Βούλγαρη: Το φαινόμενο αυτό έχει πάρει γιγαντιαίες διαστάσεις! Είναι τρομερό αυτό που γίνεται στα σχολεία και γενικά στην κοινωνία με το bullying. Δηλαδή, ο καθένας ανά πάσα στιγμή θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο να σου μιλήσει και να σε κρίνει με τον χειρότερο τρόπο και έλεος πια με αυτό που γίνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Φεύγουν άνθρωποι από τη ζωή και ενώ ακόμα δεν έχει γίνει το τελετουργικό της ταφής τους, βρίζουν αυτόν τον άνθρωπο! Δε γινόντουσαν αυτά τα πράγματα στην Ελλάδα!

Επίσης, υπάρχει πολλή αγένεια και αναίδεια. Η αγένεια και η αναίδεια είναι βία. Νομίζω ότι όλη αυτή η αγριότητα της σημερινής κοινωνίας στην χώρα μας, είναι επειδή οι Έλληνες ένιωσαν πάρα πολύ προδομένοι. Σε συνάρτηση με την οικονομική ανέχεια, έχει ξυπνήσει το κακό κομμάτι του ανθρώπου, η σκοτεινή μας πλευρά, αυτό που έχουμε εν δυνάμει όλοι μέσα μας.

Είναι και κάτι άλλο, που δεν το θίγει κανένας. Αυτό που γίνεται μέσα στους χώρους εργασίας. Η απαράδεκτη συμπεριφορά των εργοδοτών και των διευθυντών στους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι δουλεύουν πολύ, αμείβονται ελάχιστα και τους φέρονται άσχημα. Όλη αυτή την επιθετικότητα που συσσωρεύουν όλη μέρα στη δουλειά τους και δεν μπορούν να την εκφράσουν, γιατί θα απολυθούν (διότι ως γνωστόν στους χώρους εργασίας υπάρχει βία και τρομοκρατία), με το που φεύγουν από τη δουλειά τους το βγάζουν στον πρώτο άνθρωπο που θα βρουν στον δρόμο τους και κυρίως στον πιο αδύναμο. Έτσι χαλάνε σχέσεις και φιλίες, επειδή υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα σήμερα το οποίο έχει ξυπνήσει τη σκοτεινή του πλευρά στον Έλληνα. Μια πλευρά, που έχει κυριαρχήσει πάνω του.

Δυστυχώς, άλλο ένα πρόβλημα που είναι εγγενές της ελληνικής κοινωνίας και υπάρχει από την αρχαιότητα, είναι το να μην αφήσουμε να προκόψει ο καλύτερος. Από τα μεγαλύτερα ελαττώματα και χαρακτηριστικά της φυλής μας.

-Τί είναι αυτό που κάνει έναν συγγραφέα να περάσει από την ιδέα στο χαρτί, από τον συλλογισμό που φεύγει ως αέρας στην αποτύπωση των σκέψεων; Τί είναι αυτό που δίνει το έναυσμα;

Αναστασία Βούλγαρη: Δεν ξέρω. Γίνεται ξαφνικά. Έγραψα το μονόπρακτο μου «Κάποιος να με φωνάξει» στο σπίτι μου. Σηκώνομαι το πρωί, φτιάχνω τον καφέ μου και πάνω στο τραπέζι είχα αφήσει από το προηγούμενη βράδυ (συμπτωματικά άραγε;) ένα μπλοκ σημειώσεων από τα μεγάλα τα Α4. Κάθομαι, βάζω το φλιτζάνι μου, κοιτάω το μπλοκ και το στυλό και με το που το κοιτάω, πιάνω το στυλό και βγαίνει πρώτη γραφή. Πίνοντας τον πρωινό μου καφέ.

Το «Θα σε λιώσω!» το έγραφα παντού! Στο αεροπλάνο που ταξίδευα εκείνη την περίοδο, στο μετρό, που έκανα λάθος και στις στάσεις και κατέβαινα αλλού και έλεγα «γιατί είμαι εδώ;» (γέλια). Κάθε φορά είναι τελείως διαφορετικό.

Την ποιητική μου συλλογή «Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης» την έγραφα κατά διαστήματα και την έγραψα όλη κλαίγοντας με λυγμούς φοβερούς. Κάθε φορά που έγραφα. Είναι μια διεργασία που γίνεται μέρες και μέρες και ξαφνικά ξεσπάει σαν χείμαρρος. Αν δεν γράψω, μετά με πιάνει μία ανεξήγητη θλίψη. Τώρα ξέρω ότι όταν έρχεται η θλίψη, πρέπει να γράψω αυτό που σκέφτομαι. Η έμπνευση σωματοποιείται και σου λέει «βγάλε με, γιατί όσο δεν με βγάζεις, εγώ θέλω να βγω και σε πονάω».

Οι εργαζόμενοι δουλεύουν πολύ, αμείβονται ελάχιστα και τους φέρονται άσχημα. Όλη αυτή την επιθετικότητα που συσσωρεύουν όλη μέρα στη δουλειά τους και δεν μπορούν να την εκφράσουν, γιατί θα απολυθούν, με το που φεύγουν από τη δουλειά τους το βγάζουν στον πρώτο άνθρωπο που θα βρουν στον δρόμο τους και κυρίως στον πιο αδύναμο. Έτσι χαλάνε σχέσεις και φιλίες, επειδή υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα σήμερα το οποίο έχει ξυπνήσει τη σκοτεινή του πλευρά στον Έλληνα. Μια πλευρά, που έχει κυριαρχήσει πάνω του.

-Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που ο λογοτέχνης εκφράζεται μέσω της ποίησης σε σχέση με το γραπτό κείμενο; Ισχύει δηλαδή, αυτό που λέμε ότι η ποίηση γράφεται με την καρδιά και το κείμενο πιο πολύ με το μυαλό;

Αναστασία Βούλγαρη: Στη δική μου περίπτωση, η έμπνευση είναι το ίδιο. Το ίδιο είναι και στο θέατρο. Στην πρώτη γραφή, μπορείς να τα γράψεις όλα συναισθηματικά. Αλλά μετά, η επεξεργασία είναι τεχνική και καθαρά λογική. Το πρώτο αποτέλεσμα της έμπνευσης, τουλάχιστον για μένα είναι πάντα συναισθηματικό. Εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτεσαι ούτε κανόνες γραφής, ούτε τίποτα από όλα αυτά.

-Ποιά πράγματα και αξίες έχουν τη μεγαλύτερη σημασία για εσάς και τί είναι τελικά το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή;

Αναστασία Βούλγαρη: Θα έλεγα ότι είναι η αγάπη. Για μένα είναι πρώτη και πάνω από όλα! Βασική επαναστατική αρχή! Θα έλεγα επίσης τη φιλία, μα κυρίως και πρώτιστα λέω την ελευθερία του ανθρώπου, γιατί για να αγαπήσεις και να είσαι φίλος, πρέπει να είσαι ελεύθερος. Η ελευθερία, η αγάπη για τον συνάνθρωπο και η αγάπη για την πατρίδα είναι για εμένα τα πιο σημαντικά.

-Πώς οραματίζεστε το μέλλον; Πώς το φαντάζεστε ως εικόνα στο μυαλό σας; Τί μας επιφυλάσσει;

Αναστασία Βούλγαρη: Όσον αφορά τον προσωπικό μου οραματισμό, οραματίζομαι μία κοινωνία αγάπης, ελευθερίας, δημοκρατίας, ειρήνης για όλη την ανθρωπότητα. Να μοιραζόμαστε δίκαια τον πλούτο που μας δίνει η μάνα Γη, να έχουμε όλοι εργασία, να μην πεινάει κανείς, να μην πεθαίνουν παιδιά από πείνα. Ονειρεύομαι ειρήνη, ελευθερία, δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Με αυτό το όραμα πορεύομαι. Ξέρω ότι δεν θα ζήσω για να το δω, ελπίζω όμως να το ζήσουν κάποιες επόμενες γενιές.
Όσον αφορά αυτό που έρχεται, θα εξαρτηθεί από αυτό που θα κάνουμε εμείς σαν κοινωνία και σαν άτομα. Αν δεν νικήσουμε τους φόβους μας, δεν θα έρθουν καλά πράγματα.

Κατά τη γνώμη μου, λίγα παιδιά γνωρίζουν σήμερα τι σημαίνει αυτό που λέμε «ελληνική θέαση του κόσμου». Θάφτηκε η ελληνική ποίηση και η ελληνική λογοτεχνία, η ιστορία μας παραμορφώνεται σκοπίμως και τι μένει τελικά; Μένει η ξερή γνώση των σχολείων και των Πανεπιστημίων, που είναι μία γνώση κυρίως εισαγόμενη, οπότε πολλές ομάδες παιδιών ακολουθούν αυτό.”

-Τι νέο μας ετοιμάζετε αυτόν τον καιρό; Τί να περιμένουμε από εσάς;

Αναστασία Βούλγαρη: Έχω ήδη ολοκληρώσει μία ποιητική συλλογή κι ελπίζω να μπορέσω να την εκδώσω μέσα στο 2019. Εύχομαι δηλαδή να έχω τη δυνατότητα, διότι στην Ελλάδα οι συγγραφείς είμαστε «τιμωρημένοι» να πρέπει να πληρώνουμε τις εκδόσεις του έργου μας.

Την περίοδο αυτή συζητώ και για μια συνεργασία, αλλά επειδή δεν έχει οριστικοποιηθεί ακόμα δεν μπορώ να σας πω. Όταν όμως ολοκληρωθεί, θα είστε οι πρώτοι που θα γνωρίζετε…

-Αναφερόμενη λίγο πιο πριν στο θέμα των εκδόσεων, είπατε ότι οι συγγραφείς είστε τιμωρημένοι κατά κάποιο τρόπο. Σε τί ακριβώς αναφέρεστε;

Αναστασία Βούλγαρη: Θα σας πω κάτι σχετικά με κάποιους εκδότες. Μας χρησιμοποιούν, μας εκμεταλλεύονται και αν κάποιοι από αυτούς δε συμφωνούν με το περιεχόμενο των κειμένων μας, θάβουν τα βιβλία μας. Το βιβλίο μου «Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης» έχει πάρει ήδη μία πολύ καλή κριτική από το περιοδικό «Σύναξη», που είναι ένα περιοδικό πολύ υψηλού επιπέδου. Όταν έκανα την παρουσίασή μου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, μου έγινε τότε η τιμή ο Στέφανος Κορκολής να προσφέρει τη μουσική του και η τραγουδίστρια, κυρία Σοφία Μανουσάκη να τραγουδήσει για την παρουσίαση. Ήταν ωραία βραδιά. Οι άνθρωποι που πήραν το βιβλίο, με παίρνανε τηλέφωνο συγκινημένοι και μου λέγανε πόσο τους άρεσε. Αλλά και ότι τους άρεσε η θεατρική παρουσίαση των ποιημάτων μου από τον Αλέξιο Κοτσώρη, ο οποίος είχε αναλάβει τη σκηνοθεσία.

Έγιναν τρεις ακόμα παρουσιάσεις, μία στο καφέ «Αίτιον» το οποίο και ευχαριστώ πάρα πολύ, όπως επίσης τον συνθέτη Μιχάλη Τερζή, την τραγουδίστρια Σοφία Μιχαηλίδου, τον ηθοποιό Γιάννη Δρίτσα και την ηθοποιό Ελένη Τζαγκαράκη, που συμμετείχαν. Επίσης, παρουσίαση αυτής της ποιητικής συλλογής έγινε στο Αιγάλεω, μια και εκεί γεννήθηκα, υπό την αιγίδα του ίδιου του δημάρχου, κυρίου Δημήτρη Μπίρμπα. Το μουσικό πρόγραμμα είχε αναλάβει ο Πάνος Λαμπρίδης.

Παρουσιάστηκε επίσης στη Θεσσαλονίκη. Με ομιλητές τον αναπληρωτή καθηγητή φιλοσοφίας, κύριο Παναγιώτη Δόικο και τον καθηγητή της Μέσης Εκπαίδευσης, κύριο Τριαντάφυλλο Σερμέτη, που είναι θεολόγος και ποιητής. Αυτή λοιπόν η ποιητική συλλογή, θάφτηκε από τον εκδότη της.

Αντίθετα αυτό που έκανε ο κύριος Χριστοδούλου και το θέατρό του «Έαρ Βικτώρια», ήταν ότι πέρα από το καθαρά επαγγελματικό κομμάτι, άνοιξε στο έργο μου την πόρτα προς το κοινό. Αυτό είναι η δημοκρατική διαδικασία της επικοινωνίας δημιουργού-κοινού.

Νομίζω ότι όλη αυτή η αγριότητα της σημερινής κοινωνίας στην χώρα μας, είναι επειδή οι Έλληνες ένιωσαν πάρα πολύ προδομένοι. Σε συνάρτηση με την οικονομική ανέχεια, έχει ξυπνήσει το κακό κομμάτι του ανθρώπου, η σκοτεινή μας πλευρά, αυτό που έχουμε εν δυνάμει όλοι μέσα μας.

-Τέλος, ευχαριστώντας σας θερμά γι΄αυτή τη συνέντευξη, θα ήθελα να κάνετε μία οποιαδήποτε ευχή.

Αναστασία Βούλγαρη: Θα ήθελα να ευχαριστήσω τόσο εσάς, όσο και το kallitexnes.gr που είσαστε στο πλευρό μας από πέρσι. Είναι πολύ σημαντικό και συναισθηματικά ωραίο, για εμάς και για μένα προσωπικά η στήριξή σας! Η ευχή μου, ας είναι μια παραίνεση που τη λέει το Ευαγγέλιο: Aγαπάτε αλλήλους!

Συνέντευξη: Αγγελική Μπάτσου
Απομαγνητοφώνηση: Αγγελική Μπάτσου
Επιμέλεια: Μαρία Αγγέλου