Παρουσιάσεις

ΣΥΝΕΒΗ ΕΝΑΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗ

 

 Συνέβη έναν Δεκέμβρη

μόλις σχόλασε η γιορτή

σαν διώξαμε τους Σιδερένιους από την ιερή γη.

 

Ήταν όμορφη η γιορτή μας.

Αγόρια και κορίτσια με πολύχρωμα χαμόγελα

και χέρια που μύριζαν μπαρούτι

τραγουδούσαν τον ύμνο της λευτεριάς.

 

Οι γερόντισσες έκρυβαν ντροπαλά κάτω απ’ τη μαύρη μπόλια

ένα  κοριτσίστικο γέλιο.

Οι μανάδες βρέχανε με τα μάτια τους  το μπαλωμένο πουκάμισο

            τού σκοτωμένου γιού

ή το μαντήλι της νεκρής κόρης  με το μονόγραμμα του έρωτα,

σφίγγοντας στην παλάμη, μέχρι ν’ ασπρίσουν  τα δάχτυλα,

τη σφαίρα απ’ το πεδίο της εκτέλεσης. 

 

Τα παιδιά τρέχανε ξυπόλητα στους μαχαλάδες,

ονειρεύονταν μια βουτυρωμένη φέτα ψωμί, μια χορτάτη ξυλόσομπα,

κι ένα καλοκαίρι πλάι στη θάλασσα.

Τα μικρότερα παρίσταναν τους ιππότες, κυνηγούσαν αόρατους δράκους

με πελώρια ξύλινα σπαθιά και λευτέρωναν την όμορφη κόρη

που την ονόμαζαν Ελλάδα. 

 

Στις πλατείες των καπνισμένων χωριών

οι γυναίκες ορμούσαν καταπάνω στους άντρες με τις πυκνές γενειάδες

ρουφούσαν την μυρωδιά του ελάτου απ’ το στέρνο τους

έκλειναν τα μάτια κι αδημονούσαν να βραδιάσει.

Έσμιγαν με τους άντρες για ν’ αναστήσουν τα παιδιά.  

Εκείνα που σκότωσε η πείνα

και τ’ άλλα που σκότωσε η σφαίρα

μα πιότερο εκείνα που σκοτώσανε οι καταδότες.

 

Ήταν μεγάλη η γιορτή μας

γιατί ήταν η γιορτή της λευτεριάς.

Τα εργοστάσια περίμεναν τους εργάτες

τα καράβια τους ναύτες

τα σχολειά τους δασκάλους

και τα χωράφια τους ζευγάδες.

Όπως την άνοιξη τα λουλούδια περιμένουν τις μέλισσες.

 

Επάνω στον ουρανό

οι σταυρωμένοι περίμεναν την ανάσταση.

Κάτω στο βόρβορο του παλατιού

συνωμοτούσε η καμαρίλα.

 

Τότε ήταν που ήρθανε οι Χλωμοί

με τα ξεθωριασμένα μάτια και τα ωχρά χείλη

να δαμάσουν τα βουνά και τα ποτάμια.

 

Τ’ αγόρια και τα κορίτσια δέσανε κόμπο το γέλιο τους

κι έδωσαν τη μεγάλη μάχη της Αθήνας.

Το μυδράλιο από την Ακρόπολη σκότωσε επτακόσιους μέσα σε μια μέρα. 

 

Ύστερα οι Χλωμοί διαιρέσανε τα σπίτια μας.

 

Τότε ήταν που ήρθανε οι Σκοτεινοί

με τα σταχτιά πρόσωπα και τα μάτια χωρίς βλέμμα,

κραδαίνοντας,

μαζί με το περίστροφο,

το καμτσίκι της γωνιασμένης σκέψης τους.

Αφανίσανε τους άντρες μας

μακελέψανε τα χωριά μας.

Σιμά τους οι δικοί μας Χλωμοί

οι δικοί μας Σιδερένιοι

οι δικοί μας Σκοτεινοί.

Έσπειραν θανατικό και απουσία

στο όνομα των προγόνων μας.

Ύστερα κάψανε τα σπαρτά

σκορπίσαν τα γεννήματα

ξεράνανε τις ρίζες

ματώσανε τα χώματά μας

μαστιγώσανε τα δέντρα μας

δηλητηριάσανε τα νερά μας…

 

Ήταν εκείνοι που ξέβρασε ο βόρβορος του παλατιού˙

ίδιοι κι απαράλλαχτοι από τον πρώτο ξεσηκωμό του Γένους,

ίδιοι κι απαράλλαχτοι μέχρι σήμερα

και τ’ όνομά τους ίδιο κι απαράλλαχτο˙

Προδότες.

 

Αλλόφρονες γυναίκες και τρομαγμένα παιδιά

κουρνιάζανε κάτω από χιονισμένους θάμνους

βαδίζανε μέσα σε παγωμένα ποτάμια,

νυχτερινή πορεία προς την προσφυγιά

στον δρόμο της ξενιτειάς, της πιο μεγάλης μοναξιάς. 

Χωρίς  επιστροφή.

 

Οι γέροντες, θάψανε τα ιερά κειμήλια της φαμελιάς τους, αγκαλιάσανε το

τουφέκι τους, την μόνη τιμή που τους είχε απομείνει και ξεψύχησαν.

Άλλοι από πίκρα, άλλοι από ντροπή.

 

Ύστερα, οι Σκοτεινοί με δόλο επιβάλανε

τη γωνιασμένη σκέψη τους

και τη λογική τους με τον ενικό αριθμό

και πάντα σε πρώτο πρόσωπο.

Εκείνο το ανελέητο Εγώ.

 

Συνέβη έναν Δεκέμβρη

μόλις σχόλασε η γιορτή

σαν διώξαμε τους Σιδερένιους.

Τότε που ήρθανε οι Χλωμοί

με τα ξεθωριασμένα μάτια και τα ωχρά χείλη

κι ύστερα που ήρθανε οι Σκοτεινοί

με τα σταχτιά πρόσωπα και τα μάτια δίχως βλέμμα,

κραδαίνοντας μαζί με το περίστροφο

τον πολιτισμό τους.

 

                                                                                               Αναστασία Βούλγαρη

                                                                                                          Δεκέμβρης 2015

Δημοσιεύθηκε στο atexnos.gr 

http://atexnos.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%B2%CE%B7-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD-%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%AD/

 

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD