Παρουσιάσεις

Εισήγηση του Τριαντάφυλλου Σερμέτη Για το βιβλίο της Αναστασίας Βούλγαρη «Μίκης Θεοδωράκης, Μονόλογοι, Διάλογοι και Μονοπάτι προς το Μέλλον: Συνοπτική παρουσίαση»

ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Τριαντάφυλλου Σερμέτη

Για το βιβλίο της Αναστασίας Βούλγαρη «Μίκης Θεοδωράκης, Μονόλογοι, Διάλογοι και Μονοπάτι προς το Μέλλον: Συνοπτική παρουσίαση» 

Θέλω να ευχαριστήσω την Αναστασία Βούλγαρη όχι μόνο γιατί με κάλεσε να παρουσιάσω το βιβλίο της, αλλά και γιατί μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να γράψω τον επίλογο του βιβλίου αυτού. Επίσης, να ευχαριστήσω θερμά τον Μίκη Θεοδωράκη διότι, μετά από δική του επιθυμία, θέλησε να μπει ως πρόλογος το κείμενό μου που διαλέγεται με το πρώτο κείμενο του Μίκη το «Μονοπάτι προς το Μέλλον», οπότε αισθάνομαι ότι συμμετέχω παρά πολύ ενεργά στο βιβλίο αυτό.

Η απόπειρα της Αναστασίας Βούλγαρη να παρουσιάσει συνοπτικά τα δύο βιβλία του Μίκη Θεοδωράκη το «Διάλογοι στο Λυκόφως» και το «Μονόλογοι στο Λυκαυγές», συνιστά ένα εγχείρημα ύψιστης σπουδαιότητας, γιατί διαχέει με ευσύνοπτο τρόπο στην Ελλάδα το φως, το φως ενός ανθρώπου. Η έννοια του φωτός θα μας απασχολήσει και στη συνέχεια, τουλάχιστον εμένα η έννοια αυτή με απασχολεί έντονα. Ταυτόχρονα, τα τρία κείμενα του Μίκη που αφορούν στη διαπίστωση της αγριότητας του πολιτισμού, ένα εκ των οποίων αποτελεί το Μονοπάτι προς το Μέλλον και επάνω εκεί ουσιαστικά αναφέρεται ο πρόλογος που συνέγραψα στο βιβλίο, συνιστούν στην πραγματικότητα ένα μανιφέστο συγκρότησης των κοινωνιών σε φιλοσοφικό και πολιτικό επίπεδο. Θα πρέπει να  συνειδητοποιήσουμε -και το συνειδητοποιούμε μέσα από το Μονοπάτι προς το Μέλλον που αναλύει πολύ εύστοχα ο Μίκης- ότι αυτό το κείμενο είναι μια παρακαταθήκη που θα έπρεπε να το διαβάσουν όλοι οι Έλληνες, διότι είναι ένας Μίκης που μας έρχεται από το μέλλον και όχι από το παρελθόν και μας δείχνει το μέλλον.

Είναι πασιφανές ότι ο δυτικός πολιτισμός, ο πολιτισμός των τελευταίων τριών αιώνων, ο διαφωτιστικός πολιτισμός, ο πολιτισμός του διαφωτισμού, το πνευματικό κίνημα που κυριάρχησε σε όλο το δυτικό κόσμο, είναι φανερό πλέον ότι διανύει το ιστορικό τέλος του. Και τούτο το διαβλέπουν καθαρά όσοι μπορούν να δούνε το δάσος και να μην βλέπουνε μόνο το εφήμερο ή το τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα ή τον επόμενο μήνα. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι  το πολιτιστικό αυτό παράδειγμα έχει φτάσει στα όριά του. Ο ίδιος ο Μίκης το αναφέρει χαρακτηριστικά μέσα στο κείμενό του στο Μονοπάτι προς το Μέλλον. Επίσης, είναι φανερό ότι στην ανάπτυξη του πνευματικού κινήματος του διαφωτισμού, που θα πρέπει να σημειώσουμε βέβαια σε αυτό το σημείο ότι στο πνευματικό κίνημα το διαφωτισμού, που  είναι ένα πολυποίκιλλο κίνημα και μέσα του είχε αντιθετικές θέσεις και ενδοσυγκρουσιακές τάσεις, κυριάρχησε ένα συγκεκριμένο μοντέλο και δεν είναι άλλο από αυτό που βιώνουμε σήμερα. Ο Μίκης ισχυρίζεται ότι το πολιτικό σύστημα, που σημειωτέον βασίστηκε στο πλαίσιο που έθεσε ο διαφωτισμός, έχει φτάσει πια στα όριά του και βρίσκεται στο τέλος του· άρα βρισκόμαστε στο τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ζούμε σε μια μεταβατική εποχή στην οποία δεν γνωρίζουμε πως θα πορευθούμε, δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα τον τρόπο του ζην, όμως κυοφορείται. Ο Μίκης αναφέρει στο κείμενό του στο Μονοπάτι προς το Μέλλον ότι χρειάζεται μια επαναξιολόγηση όλων των αξιών, ότι είναι ανάγκη να τα ξαναδούμε όλα από την αρχή. Και είναι σωστό τούτο, διότι το ιστορικό τέλος που βιώνουμε αποτελεί τη διαφορετική του ονομασία σημασιολογικά, αλλά ενέχει το ίδιο νόημα και η ονομασία αυτή είναι ο μηδενισμός. Ο μηδενισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αίσθηση ότι απαξιώνονται όλες οι αξίες, ότι δεν υπάρχει νόημα για ο,τιδήποτε και τίθεται στον άνθρωπο το ερώτημα για ποιο λόγο να ζει κανείς. Ο άνθρωπος ζει κατά κάποιο τρόπο α-νόητα, δίχως δηλαδή κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Θα ισχυριζόμουν ότι ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν ένα μωρό που περιφέρεται δίχως να γνωρίζει που θέλει να πάει.

Είναι γνωστό ότι στον Μεσαίωνα, μια εποχή που προηγήθηκε του διαφωτισμού, υπήρξε η λεγόμενη κυριαρχία του Θεού. Η κυριαρχία του Θεού σήμαινε ότι οι άνθρωποι ετεροπροσδιορίζονταν, δηλαδή υπήρχε η ετερονομία, που ετούτο σήμαινε ότι όλα περιστρέφονταν γύρω από τον Θεό, ο οποίος καθόριζε τα πάντα στην ζωή των ανθρώπων και κατά συνέπεια η ζωή αποκτούσε νόημα μέσα από την πίστη στον Θεό. Από την άλλη μεριά, μετά την Γαλλική Επανάσταση και την εγκαθίδρυση του πνευματικού κινήματος του διαφωτισμού, ο Θεός αποτινάσσεται και επέρχεται ο αυτοκαθορισμός της ανθρώπινης ύπαρξης που εκφράζεται με την αυτονομία του ανθρώπου. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή ο άνθρωπος έχει την αίσθηση ότι αυτός μόνος του με το λόγο και τη σκέψη του, δίχως υπερβατικές δυνάμεις, διαθέτει τη δυνατότητα να καταφέρει τα πάντα, δηλαδή με άλλους λόγους δεν υπάρχει η χρεία του Θεού για τον καθορισμό της ζωής· διότι αυτός ο κυριαρχικός, αφηρημένος και εξουσιαστικός Θεός καταπίεζε τους ανθρώπους με συνέπεια να τον εξοβελίσουν από τη ζωή τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η διάγνωση του Nietzsche τον 19ο αιώνα ότι ο Θεός είναι νεκρός, με άλλους λόγους ο άνθρωπος σκότωσε τον Θεό. Αν τον 19ο αιώνα ο άνθρωπος σκότωσε τον Θεό, τον 20ο και στις απαρχές του 21ου αιώνα ο άνθρωπος σκοτώνει τον Άνθρωπο, σκοτώνει τον ίδιο του τον εαυτό. Με αυτά τα δεδομένα ποιο μέλλον θα μπορούσε να έχει ο άνθρωπος; Στον ελληνικό χώρο το μέλλον πιστεύω ακράδαντα ότι διαπερνάται μέσα από εκείνο που σχηματικά ονομάζουμε ελληνικότητα. Αυτή μπορεί να συγκροτήσει και μια πρόταση ενός νέου πολιτιστικού παραδείγματος στον δυτικό κόσμο. Αμέσως παρακάτω θα εξηγήσω τι εννοώ με αυτή την ιδέα. Συνεχώς ακούγεται από διάφορες πλευρές η λέξη ελληνικότητα. Τι σημαίνει άραγε η λέξη ελληνικότητα; Έχει περιεχόμενο ή είναι μια λέξη κενή περιεχομένου; Υπάρχει ορισμός για την έννοια; Ισχυριζόμαστε συχνά ότι ο Μίκης εκφράζει την ελληνικότητα. Πως την εκφράζει ο Μίκης; Ειπώνεται συχνά ότι συνέθεσε μουσική επηρεασμένος από όλες τις εποχές, εκκινώντας από την αρχαία ελληνική μουσική, περνώντας στη βυζαντινή εποχή μέσω του ορθόδοξου χριστιανικού μέλους, συνενώνοντας τις μουσικές αυτές. Σωστά, θα πει κάποιος. Επίσης, συνένωσε τη λόγια μουσική με την παραδοσιακή, διαμορφώνοντας ένα νέο είδος μουσικής, τη λεγόμενη ‘’έντεχνη’’. Σωστό είναι και αυτό και από πολλούς περιγράφεται με αυτόν τον τρόπο η ελληνικότητα. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι κάτι πάλι μας διαφεύγει, καθώς συνεχίζει να παραμένει μια έννοια αρκετά αφηρημένη. Ας το δούμε λίγο πιο αναλυτικά το ζήτημα. Ο ελληνικός χώρος βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική θέση. Από τη μια μεριά υπάρχει ο δυτικός πολιτισμός, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, ο οποίος, στο πνευματικό του υπόβαθρο που προέρχεται από τον διαφωτισμό, βασίζεται στον ορθό λόγο. Από την άλλη μεριά υπάρχει ο ανατολικός πολιτισμός, ο οποίος βασίζεται στο ιερό, πιο απλά με άλλους λόγους στη συναισθηματικότητα. Η Ελλάδα, λοιπόν, ας μην το εκλάβουμε τούτο ως κράτος, αλλά σαν ελληνικό χώρο, το χαρακτηριστικό που είχε από την αρχαία ελληνική παράδοση ήταν ακριβώς η σύμπλεξη των δύο αυτών χαρακτηριστικών, δηλαδή του ορθού λόγου με το συναίσθημα. Αυτό το γεγονός, κατά τη γνώμη μου, ορίζει εκείνο που αποκαλούμε ελληνικότητα. Είναι ένα χαρακτηριστικό που αποτελεί μια μοναδικότητα και αποτελεί την ιδιαιτερότητα του ελληνικού πολιτισμού. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα, καθώς δεν συζητάμε για ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, αλλά για ιδιαιτερότητα. Αντίστοιχα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την ιδιατερότητα της γερμανικότητας, της γαλλικότητας, της ιταλικότητας κ.λπ. Η ένωση που επιχείρησε ο Μίκης του λόγιου με το παραδοσιακό, που ονομάστηκε ‘’έντεχνο’’, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ένωση του ορθού λόγου με την εσωτερική διάσταση, δηλαδή την ψυχή. Η εποχή που επήλθε μετά τη δεκαετία του ‘70, όπου κυριάρχησε η άψυχη μουσική, η μουσική θα έλεγα του ορθού λόγου, της επιφάνειας και της καταναλωτικής υλιστικότητας, δεν ήταν άσχετη με τη στεγνή σκέψη του ορθολογισμού ή την εποχή του στείρου ατομικισμού. Για αυτόν το λόγο είναι εμφανής η πνευματική καθίζηση. Η συνένωση του ορθολογισμού με το συναίσθημα είναι εκείνη που συνέχει την Ύπαρξη. Η Ύπαρξη συνίσταται από τη σωματικότητα, την αισθητότητα, το νου, τη σκέψη, το πνεύμα, την ψυχή. Ο Μίκης, λοιπόν, αυτά τα χαρακτηριστικά διαθέτει ως άνθρωπος και για αυτόν το λόγο διαβλέπουμε ότι εκφράζει την ελληνικότητα. Η μουσική είναι η συναισθηματική εσωτερική κατάσταση, κατά την οποία, μέσω της συμπαντικής αρμονίας, έρχονται στον Μίκη οι μουσικές νότες ενορατικά στον εσώτερο κόσμο του, μέσα από την απέραντη θάλασσα του άπειρου σύμπαντος, μορφοποιώντας τις μουσικές σφαίρες σε αρμονική μουσική. Ταυτόχρονα, αυτή η μουσική βαινούμενη εξωτερικά γίνεται πολιτικός λόγος, πολιτική πράξη. Η μουσική του είναι πνευματικά εξυψωτική, συνδέοντας τον ακροατή με το αρμονικό σύμπαν, συνάμα, όμως, τον ωθεί να πράξει στην εξωτερική πραγματικότητα. Αυτή η ένωση που πραγματώνεται χαρακτηρίζει την Ύπαρξη. Αυτή η ένωση ιδαιτεροποιεί  και θα έλεγα ότι πλέον συγκεκριμενοποιεί  την έννοια της ελληνικότητας.

Στην ιστορία της φιλοσοφίας και της πολιτικής γράφεται και λέγεται συχνότατα για τις ιδέες και κατά συνέπεια για τις ιδεολογίες που σηματοδοτούν και καθορίζουν αποφασιστικά τις ζωές των ανθρώπων. Οι ιδέες, κατά τη γνώμη μου, ενέχουν ένα σημαντικό πρόβλημα. Το πρόβλημα υφίσταται διότι οι ιδέες και οι ιδεολογίες αποτελούν πάντα ένα μέρος ενός καθολικού νοήματος. Αν υποθέσουμε ότι κάποιος αντιλαμβάνεται το καθολικό νόημα, είναι βέβαιο ότι αντιλαμβάνεται την πληρότητα μιας αλήθειας. Επομένως, αφού οι ιδέες αποτελούν μέρος του καθολικού νοήματος, εμπεριέχουν μέρος της αλήθειας. Είναι γνωστό ότι η μισή αλήθεια ή ένα μέρος της αλήθειας τις περισσότερες φορές αποτελούν ένα ολόκληρο ψέμα. Στο πολιτικό σύστημα, λοιπόν, οι ιδεολογίες, αποτελώντας τη βάση των κομματικών σχηματισμών, εξορισμού έχουν μια αλήθεια, αλλά δεν εμπεριέχουν όλη την αλήθεια.  Τούτο το πρόβλημα φαίνεται αξεπέραστο. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ανακαλύψουμε διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης της αλήθειας· ο τρόπος αυτός συνίσταται στο να εξυψωθούμε πνευματικά, με τον περιγραφόμενο παραπάνω υπαρξιακό τρόπο, για να εγγίσουμε το καθολικό νόημα. Πάντως, οπωσδήποτε όχι  μόνο με τον ακραίο ορθολογισμό που μέχρι σήμερα ασκείται η πολιτική και όπως έχει διαμορφωθεί από τον διαφωτισμό και έπειτα. Αν, λοιπόν, συμφωνήσουμε ότι βρισκόμαστε πλέον στο τέλος της περιόδου του διαφωτισμού, θα πρέπει κατά συνέπεια να σταματήσουμε να συζητάμε και με τους πολιτικούς όρους που διαμορφώθηκαν στην περίοδο αυτών των αιώνων. Στο Μονοπάτι προς το Μέλλον ο Μίκης το αναφέρει ξεκάθαρα ότι το πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης βρίκεται πλέον στα όριά του. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους πολιτικούς όρους των εννοιών «Αριστερά» και «Δεξιά». Θα πρέπει να σταματήσουμε να αναφέρουμε αυτούς τους όρους. Κατά τη γνώμη μου, οι όροι αυτοί είναι πλέον λανθασμένοι και δεν περιγράφουν κάποιο περιεχόμενο ουσίας. Γίνεται ακόμα πιο φανερό αυτό σήμερα σε όλους μας, καθώς ο λαός πια συγχέει τόσο πολύ πια τι είναι αριστερό και δεξιό που δεν μπορεί εύκολα να διακρίνει κανείς την πραγματικότητα. Μέσα σε αυτό το θολό πολιτικό τοπίο εισχωρούν διάφοροι πολιτικάντηδες δημαγωγοί και εύκολα παραπλανούν τον λαό. Έτσι και αλλιώς οι όροι αυτοί ορίστηκαν μετά την Γαλλική Επανάσταση κατά τις πρώτες συνεδριάσεις της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης σύμφωνα με τον τρόπο που κάθισαν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι στα έδρανα. Ο Μίκης αναφέρεται στις έννοιες του Ανθρώπινου και του Αντι-ανθρώπινου· συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Σήμερα θα πρέπει να αρχίσουμε να συζητάμε για τους όρους του Ανθρώπινου και του Αντι-ανθρώπινου και αυτοί οι όροι να αποτελέσουν τους οδοδείκτες του μέλλοντος. Αυτές οι δύο έννοιες θα αντιμάχονται μεταξύ τους και θα αποτελέσουν το πεδίο των μελοντικών πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ποιο, όμως, είναι το περιεχόμενο  που χαρακτηρίζει τον έναν όρο και ποιο τον άλλον; Αν συμφωνήσουμε ότι η ανθρωπιά χαρακτηρίζει εκείνον που επιθυμεί το καλό, τη δικαιοσύνη, το δίκαιο, εκείνον που θέλει την ειρήνη, με την έννοια που την αναλύει ο κ. Κασιμάτης, την επιθυμία του ανθρώπου να εξυψώνεται πνευματικά, να επιθυμεί να βοηθά τους συνανθρώπους του και τέλος να έχει ενσυναίσθηση, τα στοιχεία αυτά αποτελούν πρώτιστα ανθρωπολογικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά και κατά συνέπεια και πολιτικά. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει κάποιος που να μην συμφωνήσει με τα παραπάνω, ότι δηλαδή όλα τούτα δεν θα συνιστούσαν αυτό που ονομάζεται Ανθρώπινο. Το αντι-ανθρώπινο τι είναι; Ακριβώς, βέβαια, οι αντίθετοι χαρακτηρισμοί. Το Ανθρώπινο χαρακτηρίζεται αναγκαστικά από τον ορθό λόγο και το συναίσθημα και το αντιανθρώπινο χαρακτηρίζεται μόνο από τον ακραίο ορθολογισμό. Διότι ο κυνικός ορθολογισμός, που επικρατεί μεχρι στιγμής στο πεδίο της πολιτικής, οδηγεί σε αυτόν τον παραλογισμό του αντι-ανθρώπινου που όλοι τον αντιλαμβανόμαστε αλλά δεν τον κατανοούμε πολλές φορές. Ήρθε η στιγμή οι επόμενες πολιτικές μάχες να δίνονται, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο πλέον του Ανθρώπινου και του αντι-ανθρώπινου και όχι του αριστερού και του δεξιού, διότι ο πολιτικός κυνισμός ορθολογιστικού τύπου ευδοκιμεί κυριαρχικά και στους δύο αυτούς ιδεολογικούς χώρους και για αυτό δεν μπόρεσαν να λύσουν τα προβλήματα του ανθρώπου. Διότι γεννήθηκαν στο διαφωτιστικό πλαίσιο της αποκλειστικά υλιστικής ανάγκης. Η υλιστική θεώρηση οδηγεί αναγκαστικά στην επιθυμία της εξουσιαστικής κυριαρχίας και αυτή είναι η πιο σοβαρή αιτία της αποτυχίας και του αδιεξόδου που επήλθε και στην κομμουνιστική ιδεολογία. Αναγκαστικά οδηγήθηκε στην κυριαρχική διάθεση, λόγω της υλιστικής αντίληψης, και με αυτόν τον τρόπο εκτροχιάστηκε εύκολα.

Ανέκαθεν με εντυπωσίαζε το γεγονός ότι κάθε φορά που ο Μίκης έκανε μια πολιτική πρόταση από όλο το πολιτικό φάσμα ακούγονταν φωνές που έλεγαν: «καλύτερα ο Μίκης να μην μιλά διότι στην πολιτική δεν έχει ταλέντο, καλύτερα να μείνει στη μουσική του, που είναι το προνομιακό του πεδίο». Πόσες φορές έχουμε ακούσει παρόμοιες φράσεις! Γνωρίζετε γιατί, κατά την γνώμη μου, εκφράζονται αυτές οι απόψεις; Γιατί εκείνος που το εκφράζει αυτό είναι ένας ακραίος ορθολογιστής που δεν αντέχει την ύπαρξη, δεν αντέχει την ανθρωπιά. Η υπαρξιακή ανθρωπιά του Μίκη, όπως εκφράζεται πολιτικά, αγγίζει πλατιά το λαϊκό αίσθημα και για αυτούς τους λόγους είναι επικίνδυνος για το πολιτικό σύστημα, διότι η στάση αυτή σφυπνίζει τον λαό. Ένα πολιτικό σύστημα που θέλει μόνο να διαφεντεύει τον λαό, αφού πρώτα τον κρατά υπνωτισμένο και με αυτόν τρόπο τον υποτάσσει. Τόσο πολύ τον φοβάται τον Μίκη το πολιτικό σύστημα, που τον αποδομούν αγιογραφώντας τον πολιτικοί καιροσκόποι, παριστάνοντας τον φίλο του και εξυμνώντας την μουσική του ιδιοφυία. Τούτο συνιστά το πολιτικό δράμα αυτής χώρας.

Γνωρίζετε πολύ καλά ότι ο ακραίος ορθολογιστής αρνείται το συναίσθημα. Μάλιστα θεωρεί ότι αυτό συνιστά και αδυναμία και για αυτόν το λόγο είναι ενοχλητικό. Για αυτό και θα διαπιστώσει κάποιος ότι οι ακραίοι ορθολογιστές, παρενθετικά να πω ότι ο ορθολογισμός έχει ποιοτικές διαβαθμίσεις,  φτάνουν να αρνούνται ακόμα και το συναίσθημα του έρωτα, θεωρώντας ότι ο έρωτας παράγεται από χημικές αντιδράσεις του σώματος, παραβλέποντας ηθελημένα(;) ότι οι χημικές αντιδράσεις(υλιστική εξήγηση) είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία ενός περιεχομένου που πραγματώνεται στο φαντασιακό του ανθρώπου. Τα χαρακτηριστικά του ακραίου ορθολογιστή είναι ότι εξαντικειμενοποιεί τον κόσμο, εργαλειοποιεί ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, τα βλέπει όλα ως αντικείμενα έτοιμα προς χρήση. Έτσι, όμως, δεν υπάρχει ούτε ο ίδιος, αφού δεν αναγνωρίζει ούτε τον εαυτό του ως υποκείμενο. Όλο αυτά συγκροτούν τον ακραίο ορθολογιστή. Ένα μόνο συναίσθημα τον διατρέχει και αυτό δεν είναι άλλο από το να θέλει διακαώς να κυριαρχεί στους άλλους και στα πράγματα, πάντα ως αντικείμενα. Οπότε όταν εκφράζει δημόσια μια άποψη ένας μη αποκλειστικά ορθολογιστής ενοχλεί τον κυνισμό του ορθολογιστή. Για όλους τους παραπάνω λόγους ο Μίκης ενοχλούσε και ενοχλεί. Γιατί  ενοχλεί; Γιατί ο πολιτικός λόγος του και η μουσική του έχουν τάσεις πνευματικής εξύψωσης. Πρόκειται πέρι της τάσης του ανθρώπου να θέλει να υπάρχει, που θέλει να τίθεται στα πράγματα, όχι μόνο προς την εσωτερική πραγματικότητα αλλά και προς την άπειρη εξύψωση. Αυτό δεν αντέχεται στην πολιτική αρένα, όπως την γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Δεν αντέχεται.

Η ελληνικότητα, όπως την όρισα παραπάνω, από την δικτατορία και μετά επιχειρήθηκε βίαια να διακοπεί, διότι αποτελούσε κίνδυνο για τον ανθρωπολογικό τύπο που κατασκεύαζε ο δυτικόςπολιτισμός. Θα σας πω ένα παράδειγμα από την δουλειά που κάνω. Γνωρίζετε ότι είμαι καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πολλοί μαθητές μου μου έχουν εκμυστηρευτεί ότι οι οικογένειές τους στα σπίτια τους προτρέπουν να καταπιέζουν τα συναισθήματά τους, διότι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουν σε αυτό τον κόσμο είναι να μην δείχνουν τις αδυναμίες τους, δίχως να αντιλαμβάνονται ότι η δύναμη του ανθρώπου βρίσκεται στη φανέρωση της αδυναμίας του, και έτσι όλη τη ζωή να την αντιμετωπίζουν μόνο χρηστικά διότι αποτελεί όρο επιβίωσης. Πιστεύω ακράδαντα ότι τούτο αποτελεί εσκεμμένη πολιτική απόφαση, η οποία διαχέεται σε όλο τον λαό. Και τούτο εξυπηρετεί το πολιτικό σύστημα, διότι όταν πια διαμορφώνεται κανείς ως ακραίος ορθολογιστής λειτουργεί πια μηχανιστικά, εργαλειακά, ως γνωστικά εξειδικευμένος αμόρφωτος στην εργασία, που τόσο πολύ επιθυμεί το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα. Γίνεται ο ίδιος ο άνθρωπος ένα εργαλείο δουλειάς. Μετά το 1974 αυτή η πολιτική κατεύθυνση ήταν πολύ έντονη στην Ελλάδα και έτσι μπορεί να εξηγηθεί η σημερινή κατάσταση. Γιατί το εργαλείο που είναι και αντικείμενο έχει ανάγκη και να καταναλώνει, χρηστικά βέβαια. Ο μόνος λόγος ύπαρξης είναι η εργασία και η κατανάλωση.  Προσδιορίζει την ύπαρξή του από την κατοχή υλικών αγαθών. Τόσο πολύ προσδιορίζεται από την κατοχή της κατανάλωσης, που και ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται ως καταναλωτικό αγαθό, όπως οποιοδήποτε χρηστικό αντικείμενο. Ο άνθρωπος δεν Είναι, αλλά Έχει μόνο. Αυτός ο πολιτισμός, λοιπόν, έχει φτάσει πια στα όριά του. Ο λαός ενστικτωδώς τα αντιλαμβάνεται όλα τούτα. Καταλαβαίνει από όλα αυτά που βιώνει σήμερα ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά, αλλά είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσει και διαισθάνεται ότι κάτι του διαφεύγει για να το συλλάβει πλήρως. Και αυτή είναι η δυσκολία προκειμένου να προχωρήσει πολιτικά η κοινωνία προς μια άλλη κατεύθυνση. Όταν, λοιπόν, κάποιος ακούει τη μουσική του Μίκη και εξυψώνεται πνευματικά, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι δεν έχει την επιθυμία ταυτόχρονα να πράξει και σε πολιτικό επίπεδο. Αυτό το παράδειγμα ενδεικνύει ισχυρότατα ότι το συναίσθημα και η λογική δεν είναι αποσυνδεδεμένα και αυτή η γνωσιακή διαδικασία που προκύπτει δεν είναι ακραία ορθολογιστική, αλλά θα την χαρακτήριζα διορατική. Αυτή τη γνώση την διακατέχει μια ανοικτότητα, η οποία ενέχει μια φωτεινότητα. Έχω την αίσθηση, λοιπόν, εφόσον βρισκόμαστε στο τέλος ενός πολιτιστικού παραδείγματος, πως εκείνο που θα μας οδηγήσει προς καλύτερα μονοπάτια προς το μέλλον είναι πάλι ο πολιτισμός. Η ανθρωπότητα εξελίσσεται με τα πολιτιστικά παραδείγματα και στο πλαίσιο του πολιτισμού της αντιστοιχεί η πολιτικοκοινωνική της κατεύθυνση. Η παράνοια  ότι ο πολιτισμός θεωρείται δευτερεύον στοιχείο, ενώ ζει κάποιος και κινείται σε συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον και κατά συνέπεια θεωρείται πρωτεύουσας σημασίας η πολιτική που καθορίζει τον πολιτισμό, χαρακτηρίζει ανθρώπους εγκλωβισμένους στην υλιστική εξήγηση του κόσμου. Και βασίζεται στη λανθασμένη μαρξιστική ερμηνεία ότι η βάση είναι οι υλιστικές παραγωγικές σχέσεις και ο πολιτισμός είναι το εποικοδόμημα που θα οδηγήσει στην αταξική κοινωνία. Έχω την ισχυρή πεποίθηση ότι ο πολιτισμός είναι η βάση που προϋποτίθεται για την εξέλιξη του κόσμου στην αταξική κοινωνία. Όσοι δεν αντιλαμβάνονται αυτή τη θεμελιώδη διαφορά, κατά την γνώμη μου, είναι ακραίοι ορθολογιστές και βρίσκονται σε βαθύ ακόμα σκότος. Στην ανύψωση του ελληνικού χώρου και των πολιτών που ζούνε σε αυτό τον χώρο, ο πολιτισμός θα διαδραματίσει τον πρωτεύοντα ρόλο και η πολιτική πράξη έπεται ως αντικαθρέπτισμα του πολιτισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αρχαία Ελλάδα του 5ου αιώνα. Η δημοκρατία γεννήθηκε στην Αθήνα σε συγκεκριμένο πολιτιστικό πλαίσιο που προϋπήρξε και εννοώ ασφαλώς τη γέννηση της φιλοσοφίας και την ανάπτυξη των τεχνών.  

Το προηγούμενο διάστημα υπέπεσε στην αντίληψή μου μια πανευρωπαϊκή ερευνητική μελέτη για το ποσοστό ανάγνωσης βιβλίων των ευρωπαϊκών χωρών. Η Ελλάδα σε ποσοστό ανάγνωσης βιβλίων (τουλάχιστον δέκα τον χρόνο) βρίσκεται στην τρίτη θέση από το τέλος με ποσοστό ανάγνωσης 4,7%. Βρίσκεται μπροστά μόνο από την Ρουμανία και την Πορτογαλία. Και όπως καταλαβαίνει κανείς το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό το 4,7%  επιλέγει βιβλία πολύ χαμηλής ποιοτικά στάθμης. Στις δύο πρώτες θέσεις ανάγνωσης στην Ευρώπη είναι η Νορβηγία και η Ισλανδία. Όλοι γνωρίζουμε τι συνέβη στην Ισλανδία όταν η χώρα αυτή βρέθηκε σε δεινή θέση και απειλούνταν οικονομικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Δ.Ν.Τ. Οι Ισλανδοί δίχως φόβο και με ισχυρή πολιτική βούληση απομάκρυναν τους διεθνείς τοκογλύφους και έγιναν κυρίαρχοι στη χώρα τους. Από την άλλη μεριά, η Νορβηγία γνωρίζουμε όλοι ότι έχει πολύ υψηλό επίπεδο διαβίωσης και το δεύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα στον κόσμο. Η απόφαση της χώρας να ανακηρύξει ΑΟΖ και ο τρόπος συνεργασίας για την άντληση των πετρελαίων, αλλά και η άρνηση των πολιτών της σε δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε ώστε να ενταχθεἰ στην Ευρωπαϊκή Ένωση πριν κάποια χρόνια, ήταν καθοριστικής σημασίας για την πορεία της χώρας αυτής. Πιστεύετε αληθινά ότι το πολιτιστικό περιρρέον περιβάλλον και η υψηλή ποιότητά του, που οπωσδήποτε η έρευνα τούτη το δείχνει εμφατικά, δεν διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο  στις πολιτικές επιλογές και στην πολιτική βούληση που επέδειξαν για την πρόοδό τους; Οι ελληνικές κυβερνήσεις που δεν έχουν την πολιτική βούληση να ανακηρύξουν τις ΑΟΖ, δεν δείχνει τη σημασία του πνευματικού και πολιτιστικού επιπέδου των κυβερνώντων και βέβαια εκείνων που τους αναδεικνύουν; Διότι, αγαπητοί φίλοι, η πολιτιστική ανύψωση απελευθερώνει το πνεύμα και ισχυροποιεί τη βούλησή του για να αντισταθεί σε κακόβουλες πράξεις. Το παράδειγμα τούτο αποδεικνύει περίτρανα ότι ο πολιτισμός διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Στον ελληνικό χώρο αυτό που χαρακτηρίζει την ελληνικότητα, πέρα από αυτά που ειπώθηκαν παραπάνω, είναι η έννοια του φωτός. Αυτός που εξύμνησε το φως είναι ο Ελύτης. Βέβαια, ο Ελύτης δεν εννοούσε ακριβώς αυτό το φως του ήλιου, που οι φιλολογίζοντες στην Ελλάδα αρέσκονται στις παρομοιώσεις των ποιημάτων του, δίχως να κατανοούν την συμπαντική ενορατικότητα όχι μόνο του Ελύτη, αλλά το σύνολο των ποιητών. Το ελληνικό φως, λοιπόν, είναι ένα σκληρό φως, λόγω της γεωγραφικής και τοπογραφικής θέσης, αλλά και του ανάγλυφου του ελληνικού τοπίου. Ετούτο το γεγονός είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση του ανθρωπολογικού τύπου του έλληνα. Έχοντας ως δεδομένο τη σύμπλεξη του ορθολογισμού με το συναίσθημα στον έλληνα, το σκληρό φως καθώς εισχωρεί στην ψυχή του, άλλοτε αποτελεί τη συγκόλληση αυτού του ψυχισμού, με συνέπεια να δημιουργεί εκπληκτικά πράγματα στην ιστορία του, και άλλοτε τον διαρρηγνύει, με αποτέλεσμα να αυτοκαταστρέφεται και να αυτοπροδίδεται. Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, βρισκόμαστε στην εποχή της αυτοκαταστροφικής αυτοπροδοσίας, καθώς το σκληρό φως διαδραματίζει το ρόλο της σχάσης του εαυτού και της ελλειπούς εμπιστοσύνης στον εαυτό μας.  Αυτοπροδιδόμαστε γιατί, λόγω της χαμηλής πνευματικής στάθμης, αδυνατούμε να διαχειριστούμε δημιουργικά το σκληρό φως.

Αυτή είναι η μεγάλη πληγή η οποία δεν αναστρέφεται εύκολα και δεν έχουμε καθόλου αντιληφθεί ότι μπαίνουμε σε ένα βαθύ σκότος σκλαβιάς που θα διαρκέσει, αν δεν αντιδράσουμε, για αιώνες. Ο Μάνος Χατζηδάκις το είχε πει από το 1992 για την καινούρια σκλαβιά που εισέρχεται ο ελληνισμός με την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Δεν έχουμε συλλάβει νοητικά ότι βρισκόμαστε σε έναν άτυπο πόλεμο, όπου μας έχουν κατακτήσει τις τηλεπικοινωνίες, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και τον σιδηρόδρομο. Γιατί, όπως γνωρίζετε, αυτά δεν έχουν ιδιωτικοποιηθεί, αλλά έχουν κρατικοποιηθεί σε άλλες χώρες. Δεν έχουμε αντιληφθεί ότι τα σπίτια, μέσω πλειστηριασμών, περνάνε σε χέρια ξένων κεφαλαίων. Ήδη, αγαπητοί φίλοι, το χώμα που πατάμε δεν είναι δικό μας αλλά πλέον είμαστε φιλοξενούμενοι στον τόπο μας. Ο Μίκης είναι εκείνη η μεγάλη προσωπικότητα που με το Μονοπάτι προς το Μέλλον μας  δείχνει την έξοδο από τη σκλαβιά.

Για όλους τους παραπάνω λόγους πιστεύω ακράδαντα ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν σε όλη τη χώρα πυρήνες πολιτισμού, που το βασικό μέλημά τους θα είναι να υφάνουν ξανά το νήμα της ελληνικότητας που κόπηκε βίαια με τη δικτατορία και μετά το 1974. Προτείνω, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης, να δημιουργηθεί ένα Ανώτατο Πολιτιστικό Συμβούλιο, το οποίο θα επιχειρήσει, με διάφορους τρόπους, να συντονίσει τη διάδοση της ελληνικότητας με σκοπό την επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και ελευθερίας μας. Οι μεγάλες μορφές του ελληνισμού θα πρέπει να διαδοθούν ξανά στον λαό, ο Ρήγας, ο Μακρυγιάννης, ο Παπαδιαμάντης, η λογοτεχνική γενιά του 1930, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Λειβαδίτης. Όλους αυτούς ο Μίκης το 1960 τους είχε αναδείξει μελοποιώντας τα ποιήματά τους, έδειξε την ελληνικότητα και την ένωσε με την ιστορία αυτού του τόπου. Επανεκκίνηση, λοιπόν, για τη συγκόλληση  της ιστορίας που διακόπηκε. Εάν δεν επανασυνδεθούμε με αυτήν την ελληνικότητα, αγαπητοί φίλοι, έχουμε ήδη μπει σε μια πολύ σκοτεινή νύχτα που προβλέπω ότι θα διαρκέσει πάρα πολλά χρόνια.

Αυτός ο ουτοπικός στόχος είναι πιο ρεαλιστικός από τον ρεαλισμό των σημερινών πολιτικών ηγετών που μας οδηγούν στην καταστροφή, επειδή απλά θέλουν να εξουσιάζουν και να κυριαρχούν.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.

Τριαντάφυλλος Σερμέτης 

Θέατρο «Έαρ Βικτώρια»

Αθήνα 13/12/2017

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD