Παρουσιάσεις

Παρουσίαση «Μίκης Θεοδωράκης Ταξίδι στον ωκεανό της Μουσικής και της Ιστορίας»

 

 

 

Ομιλίες 

Αναστασία Βούλγαρη 

Μελετώντας περισσότερο από είκοσι πέντε χρόνια το συγγραφικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη, ακούγοντας παράλληλα τα μουσικά έργα του, πάσχιζα ν’ αφουγκραστώ την, παλλόμενη από έρωτα για τη ζωή, για την Τέχνη και την Ελευθερία, ψυχή του μεγάλου καλλιτέχνη και αγωνιστή . Να κατανοήσω τον ανυποχώρητο αγώνα του, κυρίως τη θεωρητική-ιδεολογική-φιλοσοφική προσέγγισή του για την Τέχνη και τον πολιτικό αγώνα· να κατανοήσω και να αναλύσω τα τρία φιλοσοφικά πονήματά του, «Ελεύθερος χρόνος και πολιτισμός – Αντιμανιφέστο», Συμπαντική αρμονία, Μονοπάτι προς το Μέλλον, τα οποία εγκατέστησαν μία νέα, διαφορετική και ολιστική θέαση και σκέψη για τη ζωή και τον Άνθρωπο· να νιώσω «το τετράφυλλο δάκρυ» του που κυλάει για τον Άνθρωπο, και «το αίμα της πληγής» του που στάζει για την Ελλάδα . Τούτο το βιβλίο είναι ο καρπός αυτής της προσπάθειας.  

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι γέννημα της πατρίδας του και της ιστορίας της, όπως όλοι μας άλλωστε, όπως ο κάθε άνθρωπος πάνω στη Γη είναι γέννημα της πατρίδας του και της ιστορίας της. Η διαφορά του Θεοδωράκη είναι ότι ανήκει σ’ εκείνες τις ελάχιστες  εξαιρέσεις που το ιστορικό γίγνεσθαι γεννά ανάμεσα στους αιώνες, κάθε φορά που κάτι πρέπει να αλλάξει ριζικά στην ανθρωπότητα. Και είναι αυτοί, οι εκλεκτοί της Ιστορίας, που αποτελούν την ιστορική, είτε την  καλλιτεχνική, είτε την πνευματική πρωτοπορία και παρεμβαίνουν στην εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων, της Τέχνης και της πνευματικής δημιουργίας.

Ο Θεοδωράκης ανήκει και στις τρεις πρωτοπορίες. Στο γεγονός αυτό έγκειται η μοναδικότητά του. 

Ο Θεοδωράκης δεν είναι απλώς ένας καλλιτέχνης με κοινωνική συνείδηση ανάμεσα στους καλλιτέχνες της γενιάς του που εντάχθηκαν στην καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής τους· δεν είναι ένας καλλιτέχνης που εξέφρασε την επαναστατικότητά του μόνο με το έργο του, πολύ δε περισσότερο δεν είναι ένας ακτιβιστής, αλλά είναι ένας έμπειρος, υπεύθυνος και συνεπής εργάτης της επανάστασης. Ένας επαγγελματίας επαναστάτης, μαχητής  του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, την εποχή που ο κομμουνισμός αποτελούσε για δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη τον φωτεινό δρόμο του μέλλοντος. 

Οραματίστηκε τη δημιουργία ενός παγκόσμιου πολιτιστικού κινήματος πλάι στα παγκόσμια κινήματα της ειρήνης, της νεολαίας και των εργατών και αγωνίστηκε για μια πολύ μεγάλη ελληνική Αριστερά και ένα σύγχρονο, μεγάλο, ανεξάρτητο και ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα. Βρέθηκε αντιμέτωπος με όλους τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς των δύο ιδεολογικών στρατοπέδων, κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, τότε που ήταν αδιανόητο μία παγκόσμια προσωπικότητα να παραμένει ανεξάρτητη αν και στρατευμένη στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Συγκρούστηκε και με τις δύο αυτοκρατορίες και επέζησε. Να ήταν οι δύο πρώτες νότες από την εισαγωγή του Ζορμπά, που έσωζαν κάθε φορά τη ζωή του, όπως πίστευε, ή μήπως  έπρεπε να κάνει αυτό το ταξίδι στον ωκεανό της μουσικής και της Ιστορίας, για να προσφέρει στους Έλληνες την ομορφιά του τραγουδιού και την ψυχική ανάταση μαζί με την προοπτική για μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Ελλάδα; Ή μήπως για να ταξιδέψει στην οικουμένη τη μελοποιημένη ελληνική ποίηση, τα μύχια της ιστορίας και του πολιτισμού ενός λαού- μαχητή της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας;   

Αγωνιστής της ειρήνης, της συμφιλίωσης και της συνεργασίας των λαών στήριξε τα εθνικοαπελευθερωτικά και αντιπολεμικά κινήματα.

Για τον Θεοδωράκη ειρήνη σημαίνει την κατάκτηση της μετατροπής των βιομηχανιών όπλων σε βιομηχανίες ειρήνης και τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος κοινωνικής δικαιοσύνης, ελεύθερης δημιουργίας, αδούλωτης εργασίας, πολιτιστικής, επιστημονικής, και τεχνολογικής ανάπτυξης προς όφελος της ανθρωπότητας. 

Η βαθύτερη πίστη του Θεοδωράκη βρίσκεται στην ενότητα του λαού  με επί κεφαλής μια δυνατή και σύγχρονη Αριστερά και με στόχους: α) την κατάκτηση της πραγματικής δημοκρατίας, β) την εθνική ανεξαρτησία και γ) την εθνική αναγέννηση, δηλαδή την αναγέννηση της πατρίδας σε όλους τους τομείς. Αυτή ήταν η πολιτική φιλοσοφία του Θεοδωράκη ως το τέλος. 

Όταν Θεοδωράκης, μιλά για λαό, δεν αναφέρεται σε κάτι αόριστο. Αντίθετα, εννοεί ένα σύνολο συνειδητοποιημένων πολιτών με κοινή μνήμη και συνείδηση ιστορίας και πολιτισμού, με ελεύθερη βούληση και κοινό όραμα· «μια πλήρη ψυχική, συναισθηματική και κοσμογονική πραγματικότητα». Αντιλαμβάνεται δε τον λαό ως ιστορική δύναμη, που διαμορφώνει το ιστορικό γίγνεσθαι καθώς διαμορφώνεται από αυτό, και τον πολιτισμό του ως όπλο αγώνα, φορέα γνώσης, ψυχικής και πνευματικής καλλιέργειας και τροφοδότη δύναμης και αυτοπεποίθησης.

Αντιλαμβάνεται την Τέχνη ως προϋπόθεση ατομικής και συλλογικής ολοκλήρωσης και τελικά κοινωνικής απελευθέρωσης. Θεάται την Τέχνη, όχι ως καταφύγιο αναχωρητών από τη ζωή ή ως έκφραση  ατομικών ανησυχιών, προσωπικών αναζητήσεων και πειραματισμών κάποιων εστέτ στη σφαίρα του αφαιρετικού ή της εσκεμμένα δυσνόητης διανοητικής κατασκευής έξω από τη ζώσα ζωή, εν τέλει, αντικοινωνικής, αλλά ως φωτεινό και εύφορο τόπο δημιουργίας. Εμπνευσμένη από τους μύθους, την ιστορία και τα πάθη του λαού επιστρέφει σε αυτόν και, με την συμπυκνωμένη γνώση και την πρόταση ζωής που εμπεριέχει, τον διαπαιδαγωγεί και τον ανυψώνει. Θεάται την Τέχνη ως φορέα ένωσης των ανθρώπων, καθώς το καλλιτεχνικό έργο αφ’ εαυτού του φέρει και εκφράζει κοινά συναισθήματα, όνειρα, αισθήματα, κοινές ιστορικές ή μυθολογικές μνήμες και θρύλους. Κοινούς καημούς, πόνους, χαρές και λύπες.  Έρωτες, γενέσεις και θανάτους ονείρων και οραμάτων. Απώλειες ιδεών, πατρίδων και ανθρώπων. Κατακτήσεις πνευματικές και ιστορικές, και αξίες πανανθρώπινες. Την ίδια την ζωή, δηλαδή, και την ιστορική πορεία του ανθρώπου μέσα σ’ αυτήν.

Η πολιτική φιλοσοφία του Θεοδωράκη ήταν απλή. Η βαθύτερη πίστη του βρισκόταν στο λαϊκό μαζικό κίνημα. Το ζητούμενο κάθε φορά ήταν η προφύλαξή του και η ανάπτυξή του. «Όταν φύγει το μαζικό κίνημα η ζωή μας θα είναι μια φυλακή», θα πει στα 1996.

Για τον Θεοδωράκη τα κόμματα δεν ήταν παρά το όχημα για την πραγματοποίηση της λαϊκής ενότητας. Παρέμεινε ανένταχτος και  ανεξάρτητος αλλά στρατευμένος στην υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Συνυπήρξε με την Αριστερά στις περιόδους της εθνικής κρίσης (1943-1949, 1963-1974, 1978-1986) και με τη Νέα Δημοκρατία (1989-1992) «στην περίοδο βαθιάς όχι μόνον κρίσης, αλλά και εθνικής σήψης», όπως γράφει το 1996.     

Η στροφή του στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι

Όταν, στις αρχές του καλοκαιριού του 1960, ο τριανταπεντάχρονος Μίκης Θεοδωράκης επέστρεφε στην Ελλάδα από το Παρίσι όπου είχε φοιτήσει στο Ωδείο, ήταν ήδη ένας αναγνωρισμένος συνθέτης συμφωνικής μουσικής στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Από το 1955 ως το 1960, γράφει  περισσότερα από 25 συμφωνικά έργα. Παράλληλα,  είχε ξεκινήσει μια λαμπρή σταδιοδρομία στην Αμερική ως συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής.

(1957) Είχε ήδη βραβευτεί με το βραβείο Σιμπέλιους και με το αμερικανικό βραβείο Κόπλεϊ (Copley Music Prize) για τον καλύτερο νέο Ευρωπαίο συνθέτη. Την ίδια χρονιά στη Μόσχα, του απονέμεται το Χρυσό Μετάλλιο για το έργο του Σουίτα αρ. 1 στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νέων Συνθετών.

Η μελοποίηση του Επιτάφιου δεν ήταν μια πράξη παρόρμησης. Αντίθετα, ήταν μια πράξη συνειδητή και βαθιά πολιτική. Ήταν η αισθητική παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη στα μουσικά πράγματα της χώρας με στόχο «τη δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου ολότελα νεοελληνικού».

Στην πραγματικότητα, η σύλληψη του έργου είχε υπάρξει προ καιρού και περίμενε την αφορμή για να ξεχυθεί σαν γοργό ποτάμι που αναζητά την θάλασσα. Και την βρήκε. Στην ψυχή του ελληνικού λαού. Είχε προηγηθεί, βεβαίως,  η καθοριστική στιγμή κατά την οποία, ενώ το αριστοκρατικό κοινό του Κόβεν Γκάρντεν χειροκροτούσε, παρουσία της Βασίλισσας και της μητέρας της, με μεγάλη θέρμη τον συνθέτη της σουίτας Αντιγόνη, εκείνος  αποφάσιζε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Είχε ήδη απομυθοποιήσει τον λόγιο αλλά ελιτίστικο ευρωπαϊκό μουσικό κόσμο.   

Ο συνθέτης γράφει τον Δεκέμβριο του 1961: «Υπήρχαν μπροστά μου δύο προβλήματα, που το ένα ήταν δεμένο σφιχτά με το άλλο. Πρώτο το πρόβλημα της τέχνης. Δεύτερο το πρόβλημα της τέχνης σε σχέση με το κοινό, με τον λαό. Το ένα έκρινε το άλλο. Έτσι έφτασα σιγά σιγά σε μια βαθιά και ριζική αναθεώρηση όλων των αντιλήψεών μου για την τέχνη.[...] Έπλασα σιγά σιγά μέσα μου το μεγάλο ιδανικό της ζωής μου: να δημιουργήσω μεγάλες ηχητικές τοιχογραφίες, όμως με υλικά απόλυτα ζωντανά· με αναγκαιότητα και αλήθεια· πλουτίζοντας τη μουσική μου γλώσσα με κάθε καινούρια τεχνική προσφορά· ακόμα προσπαθώντας, αν το μπορώ, να προωθήσω αυτήν την τεχνική. Όμως, το πιο σπουδαίο, ήθελα τη μεγάλη αυτή μουσική τοιχογραφία να τη νιώθει όλος ο λαός, να την αγαπά όλος ο λαός, να τη λογαριάζει ως κάτι εντελώς δικό του, που βγαίνει απ’ αυτόν, που απευθύνεται σ’ αυτόν. Έτσι απάντησα μέσα μου σ’ αυτά τα δύο ερωτήματα-προβλήματα. Στο σημείο των συλλογισμών μου ήρθε ο Επιτάφιος».

Αρκετά χρόνια αργότερα θα γράψει: «Με το έντεχνο λαϊκό τραγούδι αποφεύγεται η διάσπαση-διαίρεση ανάμεσα στη λαϊκή και την έντεχνη τέχνη. Δηλαδή έχουμε μια επάνοδο στη φυσική μορφή του τραγουδιού όταν ποίηση και μουσική αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο. Τους άλλοτε ανώνυμους βάρδους τώρα τους έχουν αντικαταστήσει δόκιμοι ποιητές και συνθέτες. Όμως το έργο τους λειτουργεί –όπως άλλοτε με το δημοτικό και το λαϊκό– μέσα στον λαό σαν γνήσιο λαϊκό έργο». Τότε, παρατηρείται το μοναδικό φαινόμενο ο λαός να τραγουδά στην καθημερινότητά τη λόγια ποίηση.

Τα έντεχνα λαϊκά τραγούδια αποτύπωσαν τα βαθύτερα συναισθήματα των λαϊκών στρωμάτων, συγκλόνισαν και τελικά έπλασαν την προσωπικότητα του ελληνικού λαού εκείνης της εποχής. Η γενιά του 1960 έζησε μία Αναγέννηση. Και ήταν η μελοποιημένη ποίηση που απόδειξε ότι ο λαός, οι πλατιές μάζες, ήταν έτοιμες να δεχτούν το έργο τέχνης, αρκεί να έβρισκαν μέσα σε αυτό τον εαυτό τους. Ποιος ήταν όμως αυτός ο εαυτός; Ήταν εκείνος που είχε βγει από το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης, το καμίνι του Εμφυλίου και των ματαιωμένων ονείρων του. Υπήρξε τότε, στη δεκαετία του 1960, «το κλίμα που γεννάει τα γνήσια λαϊκά τραγούδια. Το κλίμα αυτό είναι τα πάθη της Ρωμιοσύνης. Κι εδώ ακριβώς έρχεται το έντεχνο λαϊκό σαν καρπός, σαν νέα συνείδηση στη μουσική μας», γράφει ο Θεοδωράκης.

Από πού άντλησαν οι Έλληνες εκείνης της εποχής την αισθητική ωριμότητα να κατανοήσουν, αν όχι στην ολότητά του, έστω ένα μεγάλος μέρος ενός έργου λόγιου; Ποιο ήταν εκείνο το στοιχείο που ώθησε τους χωρικούς ενός ορεινού χωριού της Βορείου Ελλάδας να στείλουν στην πόλη έναν συγχωριανό τους, για να αγοράσει τον δίσκο τού Άξιον Εστί και να το ακούσουν στο καφενείο του χωριού; Άραγε, γίνεται το καφενείο μια νέα Εκκλησία του Δήμου ή έδρα του Κοινού, καθώς οι χωρικοί ακούν τον δίσκο και  κουβεντιάζουν για το έργο;

  Έχω τη γνώμη ότι η ανεκδήλωτη έως τότε αισθητική ωριμότητα έχει τις ρίζες της σε μια καταγεγραμμένη ανά τους αιώνες  μνήμη δημοκρατικής επικοινωνίας όλης της κοινότητας με το έργο τέχνης, από την αρχαιότητα έως τους αιώνες της της οθωμανοκρατίας με το δημοτικό τραγούδι, τον χορό και τη λαϊκή ζωγραφική.  Απόδειξη απουσίας ταξικού πολιτισμού. 

Αν σ’ αυτή την ιστορική πραγματικότητα προσθέσουμε και την καλλιτεχνική δημιουργία τον καιρό της Κατοχής με τη συμμετοχή της πλειονότητας των καλλιτεχνών στο ΕΑΜ, όπου στη μεν Αθήνα έχουμε μια νέα καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία (ποίηση, λογοτεχνία, ζωγραφική, δοκιμιογραφία κ.λπ.), στα δε χωριά το θέατρο του βουνού, αν προσθέσουμε και το ελασίτικο δημοτικό τραγούδι που εμπνέεται από τον αγώνα του ΕΛΑΣ, πιστεύω ότι θα οδηγηθούμε στη σκέψη ότι οι Έλληνες του 1960, τελικά, ήταν «σαν έτοιμοι από καιρό» για να υποδεχτούν το έντεχνο λαϊκό τραγούδι. Έτσι κι έγινε… 

Ο χρόνος της εκδήλωσης δεν είναι αρκετός για να αναφερθώ στην περίοδο της πολιτιστικής αναγέννησης (1963-1967) ούτε στον Αντιδικτατορικό Αγώνα (1967-1974). Άλλωστε, επιδιώκω να αφήσω τους αναγνώστες να ανακαλύψουν ανεπηρέαστοι από τις δικές μου εξηγήσεις το ιστορικό βάρος του νεολαιίστικου κινήματος της δεκαετίας του 1960, το πολιτικό και πολιτιστικό υπόβαθρό του, τις ρίζες της ύπαρξης της νεολαίας της τοτινής Ελλάδας.  Να ανακαλύψουν τα πραγματικά γεγονότα της περιόδου 1967-1974 και πώς φτάσαμε στην συμβιβαστική λύση του Ιουλίου του 1974.

Ωστόσο, από την περίοδο της Δικτατορίας θα ήθελα να επισημάνω δύο σημαντικά σημεία:

Πρώτο: Οι αντιδικτατορικές συναυλίες του Θεοδωράκη την περίοδο 1970-1974, στην Ευρώπη, την Αμερικανική Ήπειρο και την Αυστραλία έχουν διττό χαρακτήρα: Διεθνοποιούν μέσω του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού το ελληνικό πρόβλημα, προκαλούν ή και ενισχύουν τις αντιδράσεις των λαών, αλλά και των δημοκρατικών ευρωπαϊκών κρατών ενάντια στη χούντα, και γίνονται πόλος έλξης των εκπροσώπων των οργανώσεων των απελευθερωτικών κινημάτων (της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Τουρκίας, της Παλαιστίνης, αργότερα της Χιλής)  οι οποίοι συμμετέχουν με ομιλίες, διεθνοποιούν το δικό τους εθνικό πρόβλημα και κερδίζουν τη συμπαράσταση των δημοκρατικών πολιτών.   

Η κάθε συναυλία της ορχήστρας του Θεοδωράκη παίρνει τη μορφή μιας  ποιητικής εξιστόρησης του νεοελληνικού παραδείγματος της Εθνικής  Αντίστασης και του Αντιδικτατορικού Αγώνα μέσα από το περιεχόμενο  του Άξιον Εστί, της Ρωμιοσύνης, των Τραγουδιών  του αγώνα, της Κατάσταση Πολιορκίας, του Ήλιου και του Χρόνου και άλλων έργων.

Πώς γινόταν πρακτικά αυτό: Τα μελοποιημένα ποιήματα μεταφράζονταν στην τοπική γλώσσα και κάποιος ηθοποιός τα απήγγελνε.  Έπειτα, ακολουθούσε η συναυλία.  

Δεύτερο: Η δικτατορία είχε απαγορέψει μόνο τα τραγούδια του Θεοδωράκη, όχι των άλλων συνθετών. Αυτό ήταν καλό. Γιατί, όταν  οι συνθέτες οι οποίοι ανήκαν στον κορμό του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού έσπασαν τη σιωπή τους στα 1969, άρχισαν να δημιουργούν νέα έργα κι έτσι το ΕΛΤ λειτούργησε ως αντίλογος στον φασιστικό λόγο των δικτατόρων και στην αισθητική που προωθούσαν. Η προσφορά αυτή των συνθετών, ιστορικά, είναι ανεκτίμητη. 

Την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης ο Θεοδωράκης επιχειρεί εκ νέου τη δημιουργία ενός κινήματος πολιτισμού– στο βιβλίο παραθέτω το αντίστοιχο πόνημά του. Η προσπάθειά του όμως δεν θα ολοκληρωθεί. Οι λόγοι αναφέρονται λεπτομερώς.  

Πώς και γιατί κατασκευάζεται η «κρίση» στο τραγούδι

Στη δεκαετία του 1980, ακριβώς τη στιγμή που γεννιέται μια νέα άνοιξη στο τραγούδι, καθώς ο Θεοδωράκης αλλά και όλοι οι συνθέτες βρίσκονται σε μία νέα φάση δημιουργίας με έντεχνα λαϊκά τραγούδια, ορατόρια, καντάτες, συμφωνικά έργα, μουσική για το αρχαίο δράμα, το θέατρο και τον κινηματογράφο, αλλά εμφανίζονται και νέοι συνθέτες, κατασκευάζεται η λεγόμενη «κρίση στο ελληνικό τραγούδι». Ο λαϊκισμός προβάλλεται από τις εταιρείες και τα ΜΜΕ ως «γνήσιο λαϊκό τραγούδι» και η Ελλάδα γεμίζει με γοργούς ρυθμούς από νυχτερινά κέντρα, όπου το ουίσκι ρέει άφθονο μαζί με τα «καψούρικα» τραγούδια και τα τσιφτετέλια και με ιδεολογικό υπόβαθρο την «τέχνη του περιθωρίου». Πράγματι, εκείνη την περίοδο είχε επινοηθεί και προβληθεί από τον Τύπο ως νέο ιδεολόγημα η τέχνη του περιθωρίου. Το «σκυλάδικο» πλασάρεται ως «έκφραση της εργατικής τάξης».

Ως μοντέρνο τραγούδι προωθείται το ξενόφερτο ποπ με τους γλυκανάλατους στίχους και την χλιαρής ποιότητας μουσική. Φαιδρός μιμητισμός της αγγλόφωνης ποπ.

Τα έργα του Θεοδωράκη θα κοπούν από την κρατική τηλεόραση και το κρατικό ραδιόφωνο. Ο ελληνικός λαός πλήρωσε στην κυριολεξία από την τσέπη του τη φίμωση του Θεοδωράκη από τα κρατικά μέσα μαζικής επικοινωνίας.  

Οι τραγουδιστές που συνεργάζονται μαζί του, όπως και εκείνοι που αναδείχθηκαν από τα δικά του τραγούδια θα του γυρίσουν την πλάτη. Θα μείνουν πιστοί στο πλευρό του η Φαραντούρη και ο Πανδής. Ο Μπιθικώτσης αποχωρεί πια από το τραγούδι, αφού τραγούδησε υπέροχα τα τραγούδια του κύκλου Οκτώβρης ’78.­

Τα θέατρα και τα στάδια θα κλείσουν για εκείνον και, όταν το 1984 εκδώσει το βιβλίο  Star  system, οι πόρτες των δισκογραφικών εταιρειών θα κλείσουν για τα τραγούδια του.  Ταυτόχρονα, δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και της αντιθεοδωρακικής φράξιας που τελικά επικράτησε εντός της Αριστεράς (κυρίως στη νεολαία της)  τον χτυπούν πολιτικά, αν και είναι βουλευτής του ΚΚΕ, ενώ η Δεξιά θα συνεχίσει να κρατά ερμητικά κλειστά τις αίθουσες παρουσίασης του λόγιων μουσικών έργων.

Το νήμα μεταξύ λαού και δημιουργού έχει και πάλι κοπεί. Η Ελλάδα της ΕΟΚ, των επιδοτήσεων και της ξέφρενης κατανάλωσης αναζητά τη διασκέδαση μέσα σε θορυβώδεις χώρους, όπου η μουσική λειτουργεί ως μέσον εκτόνωσης. Μοιάζει να μην την αφορούν πλέον τα ορατόρια, τα λυρικά τραγούδια, η μελοποιημένη ποίηση.  

Το έντεχνο λαϊκό τραγούδι χτυπούν παράλληλα ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός/ διανοουμενισμός. Όχι μόνον το θεοδωρακικό τραγούδι, αλλά  όλους τους συνθέτες που υπηρετούσαν το ΕΛΤ.

Ο στόχος ήταν διττός: Οικονομικός και πολιτικός.

Στα δημοσιεύματα του μπλοκ του λαϊκισμού κατά την περίοδο 1982-1984 διαβάζουμε ότι οι «Χιώτης, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης χρησιμοποιούν στοιχεία του κλασσικού λαϊκού τραγουδιού για να του φορέσουν κολάρο τον ευρωπαϊσμό τους». Ότι «ο Θεοδωράκης έχει “τελειώσει” εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Η πολιτικοποίηση, η ηρωποίηση, το βουλευτιλίκι κ.λπ. αποτελούν την καλλιτεχνική του βάση». Κάποιος αρθρογράφος αναρωτιέται αν τελικά «είναι επίτευγμα να τραγουδάει κανείς Θεοδωράκη» και πως «οι δάφνες του παρελθόντος είναι χρήσιμες για τη γενική αξιολόγηση του συνθέτη κι όχι σαν άλλοθι στην σημερινή μετριότητα της προσφοράς του».

Στα δημοσιεύματα του μπλοκ του ελιτισμού- διανοουμενισμού στα 1984 διαβάζουμε ότι «Η θέση αυτών που υποστηρίζουν το σύνθημα του εθνικού πολιτισμού είναι ανάμεσα στους εθνικιστές μικροαστούς, όχι ανάμεσα στους Μαρξιστές». Ότι «η εθνοποιητική λειτουργία του ελληνικού τραγουδιού, η συγκρότηση του ‘εθνικού συστήματος τραγουδιού’ σαν αναπόσπαστου τμήματος του εθνικού ‘μας’ πολιτισμού, η ‘αναγνώριση’ μέσα (και) από το τραγούδι, της ‘κοινής μοίρας’ και πορείας των Ελλήνων συμβάλλει στην εμπέδωση της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας και  επιπλέον διευκολύνει την ανάπτυξη ενός ‘μαχητικού’ εθνικισμού. […]Αυτή η εθνικιστική ιδεολογία έχει τέτοια αποτελεσματικότητα ώστε να ‘γεφυρώνει’ τις πολιτικές και κομματικές διαφορές, να ενοποιεί τους (εθνικιστές) διανοουμένους απ' όλους τους πολιτικούς χώρους».

Στο ίδιο πόνημα, το οποίο επανεκδόθηκε το 2018, οι διανοούμενοι,  επιτίθενται στον Θεοδωράκη. Ισχυρίζονται ότι «διατύπωσε με τον καλύτερο ίσως τρόπο αυτό το ‘αίτημα’ (της κυρίαρχης ιδεολογίας) για υποταγή των δρώντων φορέων του χώρου του τραγουδιού στην εθνοποιητική λειτουργία του πολιτιστικού ιδεολογικού μηχανισμού» Και παρακάτω: «Το αίτημα για ‘ελληνικότητα’ και ο εθνικισμός, συνδέονται» Για να καταλήξουν ότι: «Η επιμονή στην “ελληνικότητα” της μουσικής φόρμας κατά κανόνα εκφράζει την παραίτηση όχι μόνο από την αναζήτηση της καλλιτεχνικής ποιότητας, αλλά και από αυτή την προοδευτική καλλιτεχνική παρέμβαση».

Την ίδια χρονιά στις αποφάσεις του συνεδρίου του ΚΚΕ διαπιστώνουμε την έντονη υπεράσπιση του εθνικού λαϊκού πολιτισμού μας, τον οποίον το ΚΚ αντιλαμβάνεται ως ανάχωμα στον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό και τον εντάσσει στο οπλοστάσιό του για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας.  

Στα 1985 ο Μάνος Χατζιδάκις θα γράψει στο ένθετο του δίσκου του Θεοδωράκη «Διόνυσος»: «Κάθε φορά που θέλησα να παίξω σοβαρά, βρήκα απεριόριστη τη συμπαράσταση του φίλου μου Μίκη Θεοδωράκη, εξαίσιου τεχνίτη των ήχων και των αισθημάτων. Είναι αλήθεια πως πολλές φορές διαφωνήσαμε στο παρελθόν μα πάντα στα δευτερεύοντα και στα τριτεύοντα, ποτέ στα πρώτα και πρωταρχικά. Σ’ αυτά υπήρξαμε πάντα συναγωνιστές.

Έτσι και τώρα με τον Σείριο. Θέλω να παίξω τον τροχονόμο και τον αρχειοθέτη μιας μουσικής ελληνικής κι επιλεγμένης, που θα ασκήσει επιρροή και σε προέκταση παιδεία, σε ακροατές που δεν έχουν ακόμα εφησυχάσει σε δημοσιογραφικές και κομματικές ‘υποδείξεις’ περί Μουσικής και περί Τέχνης γενικά».

Ο έτερος γεννήτορας του ΕΛΤ παρέμεινε πιστός ως το τέλος της ζωής του και στη γενιά του και στην ελληνικότητα. Αυτή την μνημόνευση του την οφείλουμε.     

Επίλογος

Επτά χρόνια βίαιης απουσίας του Θεοδωράκη από την εθνική σκηνή,  κατά την περίοδο της δικτατορίας. Πενήντα τρία χρόνια βίαιης απουσίας του από την κοινωνική ζωή, από το 1967 μέχρι το 2020, που ολοκληρώθηκε το βιβλίο. Οι ιδέες του και οι πολιτικές του πράξεις πολεμήθηκαν λυσσαλέα άλλοτε από τη Δεξιά και το Κέντρο κι άλλοτε από την Αριστερά. Για τη Δεξιά ήταν φυσιολογικό, άλλωστε ήταν πολιτικός της αντίπαλος και μάλιστα πολύ ισχυρός, μιας και έπειθε τις λαϊκές μάζες. Για την Αριστερά όμως δεν ήταν πράξη φυσιολογική. Ήταν η άρνηση του ίδιου της του εαυτού.

Μηχανισμοί, δογματισμοί και σκοπιμότητες χτύπησαν και κατάστρεψαν για πάντα τη σχέση της νεολαίας με τον Θεοδωράκη. Τρεις γενιές νέων στερήθηκαν το θεοδωρακικό τραγούδι, τη θεοδωρακική σκέψη και τις ιδέες του μεγάλου μουσουργού και αγωνιστή. Τρεις γενιές αγνοούν  την πολιτική φιλοσοφία του Θεοδωράκη και το μουσικό του έργο. Ποιος έχασε τελικά; Όχι βέβαια ο Θεοδωράκης…

Τελικά όμως, το εθνικό τραγούδι επέζησε και συνεχίζει τη δημιουργική πορεία του. Το γεγονός ότι σήμερα κυριαρχούν τα ξενόφερτα και τα λαϊκίστικα τραγούδια δεν αφαιρεί τίποτα από την αξία των έργων  και τη σύνδεσή τους με τα ωριμότερα στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας. Το ίδιο συμβαίνει και με το έργο του Θεοδωράκη, που παλεύει κι αυτό στο πλευρό τους.

Ο Θεοδωράκης το είχε πει πριν πολλά χρόνια: «Στο τέλος των εποχών θα επιζήσουν μόνο όσοι λαοί διατηρούν ρίζες στη γη τους, στην μνήμη τους, στον συλλογικό πολιτισμό τους. Όλοι οι άλλοι θα γίνουν μέτοικοι στην υπηρεσία του λαού- άρχοντα, αναμασώντας τα πάσης φύσεως υποπροϊόντα και πρότυπά του».

Κάποτε πρέπει να ομολογήσουμε ότι καθώς εξουσιαστικές δυνάμεις  έκοβαν το νήμα του λαού με το θεοδωρακικό τραγούδι, την ίδια στιγμή τον απομάκρυναν (τον λαό) από τον ίδιο του τον πολιτισμό.

Η απομόνωση του Θεοδωράκη άνοιξε διάπλατα την πόρτα στην υποκουλτούρα και στο τραγούδι της λήθης. Και με ευθύνη του ελληνικού λαού. Άλλωστε, ο Θεοδωράκης μάς το είχε πει από το 1994: «Αν τα παιδιά σας ξεραθούν, τελικά θα φταίτε εσείς, που η τύχη σάς ευδόκησε να ζήσετε ανάμεσα σε πηγές και καταρράκτες, και εσείς ανοίξατε μπροστά στα πόδια τους μεγάλες καταβόθρες, που οδηγούν τα κρυστάλλινα νερά σε ξένους τόπους, για να δροσίσουν ξένους λαούς και ανθρώπους».

Ο λαϊκισμός στο τραγούδι, στην πεζογραφία, στο θέατρο, στο σινεμά αντανακλά την «πνευματική σήψη» των πολιτικών δυνάμεων που άλωσαν εκ των έσω το «απόρθητο φρούριο του ελληνικού προοδευτικού κινήματος» και τελικά το εκμηδένισαν. Ύστερα, κατεδάφισαν τον ελληνικό λαό αποδομώντας  στη συλλογική του μνήμη έναν πολιτισμό που τον κράτησε ζωντανό και όρθιο επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Αποτέλεσμα η αποπολιτικοποίηση, η αδιαφορία, η ανευθυνότητα, η απάθεια των λαϊκών μαζών και η διάλυση του κοινωνικού ιστού. (Θεοδωράκης).

 Ποτέ λαός δεν ευεργετήθηκε με τόσα πολλά δώρα από τους πνευματικούς του δημιουργούς όσο ο ελληνικός λαός. Εκατοντάδες ποιητές, λογοτέχνες, θεατρικοί συγγραφείς, μουσικοί, εικαστικοί.

Δεν ξέρω σε ποια άλλη χώρα του κόσμου συνέβη σε συνθήκες δημοκρατίας να διώκεται ένας μουσουργός μέσα στην ίδια του την πατρίδα τη στιγμή που θριάμβευε στο εξωτερικό. Κι αλήθεια, οι Έλληνες με τα  δημοκρατικά αντανακλαστικά, που αντιδρούν αμέσως και μαζικά ενάντια στις αντιδημοκρατικές ενέργειες των εξουσιών και στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πώς δέχτηκαν μια τέτοια δίωξη και γιατί δεν αντέδρασαν;

Σήμερα, οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες των προηγούμενων δεκαετιών. Η μεγάλη πολιτισμική μας κρίση φανερώθηκε με την οικονομική κρίση από το 2010 και μετά. Το μέλλον της Ελλάδας αλλά και του καθενός μας ξεχωριστά είναι αβέβαιο όσο ποτέ άλλοτε.

Όμως εγώ θα ολοκληρώσω την ομιλία μου με αισιοδοξία.

Ελληνικό τραγούδι μεν οικουμενικού χαρακτήρα δε το θεοδωρακικό τραγούδι, όταν άγγιξε τους λαούς που επικοινώνησαν μαζί του.

Η δεσπόζουσα βυζαντινή χορωδία στο Canto General, που σμίγει με τη συμφωνική μουσική και τη λατινοαμερικανική ποίηση και μουσική, γίνεται ο εθνικός ύμνων των λαών της Λατινικής Αμερικής.

Οι λαοί ένιωσαν την ανάγκη να τραγουδήσουν στη γλώσσα τους τα τραγούδια που αγάπησαν και τα μετέφρασαν.

 Δεκάδες τραγούδια του συνθέτη έχουν τραγουδηθεί και τραγουδιούνται σε ξένες γλώσσες. Αυτή η ανάγκη των Γάλλων, των Γερμανών, των Φιλανδών, των Σουηδών, των Τούρκων, των Ρώσων, των Ισραηλινών, των Αιγυπτίων, των Νοτιοκορεατών κ.ά. τι άλλο δείχνει παρά την ταύτισή τους με τραγούδια που η ποίησή τους αφορά όχι έναν μόνον λαό, τον ελληνικό, αλλά την Ανθρωπότητα; Υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη από αυτήν για την οικουμενικότητα της ελληνικής ποίησης; Κι αλήθεια, η αγάπη των λαών για το έντεχνο λαϊκό τραγούδι, κυρίως εκείνων που δεν είναι στα ακούσματά τους ο βυζαντινός ύμνος  το μπουζούκι, ο ζεϊμπέκικος ρυθμός και το χασάπικο, τι άλλο δείχνει παρά την υψηλή ποιότητα της ίδιας της ελληνικής μουσικής; Ποιότητα που αναδείχτηκε μέσα από τις θεοδωρακικές συνθέσεις, καθώς η παράδοση έσμιξε με τα λόγια στοιχεία της μουσικής. 

Στις μέρες μας, ένας νέος κύκλος έχει ανοίξει για το θεοδωρακικό τραγούδι. Νέοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες ανακαλύπτουν τα τραγούδια του Μίκη και τα τραγουδούν. Συνθέτες, παλαιότεροι και νέοι, κάνουν  νέες ενορχηστρώσεις και μεταγραφές. Τα τελευταία χρόνια, το θεοδωρακικό τραγούδι  έχει ξεκινήσει  μια νέα πορεία, απαλλαγμένο πλέον από τα στερεότυπα και τις κατηγορίες. Αυτή τη φορά, είναι τα ωριμότερα μέλη της κοινωνίας που σπάνε τον φαύλο κύκλο απαγόρευση- προσωρινή άρση της απαγόρευσης-απαγόρευση, καθώς αισθάνονται ότι κινδυνεύει η εθνική μας ταυτότητα. Μοιάζει σαν οι σκεπτόμενοι της ελληνικής κοινωνίας να προσπαθούν με τη στάση τους αυτή να προσκαλέσουν τον λαό να αναζητήσει καταφύγιο και όραμα στο θεοδωρακικό τραγούδι, αλλά και γενικότερα στο έντεχνο λαϊκό,  σαν έναν τρόπο επανασύνδεσης με  τις ρίζες της ύπαρξής του.

Όμως, βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή... 

****

Ιωάννα Σπανομάκρου, συνθέτις

Καλησπέρα σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Θέλουμε πρώτα να ευχαριστήσουμε, εγώ και η αδελφή μου, Αρετή, την Αναστασία Βούλγαρη, γιατί είναι μεγάλη τιμή να βρισκόμαστε σήμερα στο πλάι της, να την συνοδεύουμε σε αυτή την σημαντική στιγμή, στην παρουσίαση αυτού του πονήματός της, για τον μέγιστο, τον παντοτινό, τον παγκόσμιο Μίκη Θεοδωράκη.

Αυτό το βιβλίο χαρτογραφεί ένα μέρος του ωκεανού της μουσικής και της ιστορίας του, όπως εύστοχα το αναφέρει η συγγραφέας. Μια χαρτογράφηση διαφορετική, που έγινε με την καθοδήγηση του Μίκη Θεοδωράκη, με την πίστη που έδειξε στο πρόσωπο της Αναστασίας Βούλγαρη, αναγνωρίζοντας, όπως ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογο, τη μόρφωση, την φαντασία και την πνευματική και διεισδυτική της ικανότητα, ώστε να καταφέρει να ερμηνεύσει μέσ’ από αυτό το βιβλίο, τις σκοτεινές πτυχές και τα αδιέξοδα της σύγχρονης εποχής και της ανθρώπινης αγωνίας.

Με αφορμή την πανδημία, επεσήμανε ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμα καταφέρει ν’ απαλλαγεί από τον φόβο, με αποτέλεσμα οι ισχυροί να βρίσκουν το πάτημα να επιβάλλονται, μέχρι όπως λέει ο Μίκης «την τελική ερήμωση της αυτοτελούς ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη». Σκεφτόμαστε πόσα άλλα θα έλεγε σήμερα, με τις διεθνείς εξελίξεις, αν και στον πρόλογο αυτόν, είναι σαν να τα προφητεύει.

Η Αναστασία Βούλγαρη μας κάλεσε απόψε, γιατί ξέρει ότι αγαπάμε πάρα πολύ τον Μίκη Θεοδωράκη και τρέφουμε μια απέραντη εκτίμηση και δέος προς το πρόσωπό του. Γιατί ξέρει πως αγαπάμε το έργο του, την προσωπικότητά του, την φιλοσοφία του. Είμαστε Θεοδωρακικές. Μας κάλεσε να μιλήσουμε για το ιδιαίτερο αυτό κεφάλαιο για το έντεχνο τραγούδι, ως συνθέτριες, αλλά και ως κοινωνοί της φιλοσοφίας του.

Λατρεύουμε τον Μίκη ακριβώς επειδή ήταν ένας καταπέλτης. Ένας καταπέλτης μέχρι και την τελευταία του στιγμή... Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι στα χρόνια της ωριμότητας αρχίζουν να περιορίζουν και να στρογγυλεύουν τα όσα λένε και να γίνονται μετριοπαθείς, αντίθετα ο Μίκης, όσο κι αν τον πίεσαν, δεν σταμάτησε ποτέ να είναι οξύς, μέχρι και την τελευταία στιγμή! Διέδωσε την φιλοσοφία του, τόσο με τα λόγια του, όσο και με το όχημα της μουσικής και υποστήριζε την Ελλάδα. Πάντα ήθελε την πνευματική της ανάπτυξη και γι’ αυτό όταν έβλεπε όλες αυτές τις αδικίες που συμβαίνουν στο ελληνικό τραγούδι, αλλά και στην πολιτική, πάντοτε μιλούσε.

Το τίμημα ήταν βέβαια, πολλές φορές να φιμωθεί, αλλά και να δεχθεί επιθέσεις. Όμως η αλήθεια δεν κρύβεται, το πνεύμα δεν κλείνεται σε φυλακές, είναι άυλο. Και η φιλοσοφία του Μίκη θα λέγαμε, ότι είναι μια άυλη κληρονομιά για την Ελλάδα, αλλά και τον κόσμο.

Το έντεχνο τραγούδι ήταν για εκείνον ένας από τους βασικούς πυλώνες της φιλοσοφίας του. Μάλιστα, οι έντεχνες δημιουργίες του Μάνου Χατζιδάκι, ήταν εκείνες που τον γοήτευσαν και όπως είπε σε συνέντευξή του το 2020, τον έκαναν να επιστρέψει στην Ελλάδα και ν’ ασχοληθεί με το έντεχνο τραγούδι. Μέσα στο βιβλίο, θα βρείτε αρχής γενομένης από αυτό, μια υπέροχη, εκτενή ανάλυση για την γέννηση και την πορεία του έντεχνου τραγουδιού και μια καταγραφή των σημαντικότερων εκφραστών μέχρι και σήμερα. Ομολογουμένως, στο σήμερα έχει πολύ λιγότερους εκφραστές, όμως αυτό δεν είναι ανεξήγητο. Είναι γιατί θέλει αποφασιστικότητα να δημιουργήσεις κάτι, το οποίο πρέπει να διαπεράσει το τσουνάμι των αμέτρητων κυκλοφοριών πρόχειρων τραγουδιών, που κατακλύζουν τα ραδιόφωνα. Είναι κάτι που απογοητεύει τους δημιουργούς, γιατί όλοι οι δημιουργοί αποζητούν απλά, η δημιουργία τους να φτάσει στ’ αυτιά του κοινού! Μάταια όμως, διότι το έντεχνο τραγούδι έχει μηνύματα, έχει ειδικό βάρος και είναι ένας ιός που εξαπλώνεται σε όσους το ακούσουν. Και γι’ αυτό συνεχίζει να δέχεται εμπόδια. Βεβαίως, το έντεχνο τραγούδι, επειδή είναι κοινωνικό ταυτόχρονα (καθώς ξεπρόβαλλε μέσ’ από το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι), πάντα ανθίζει σε περιόδους που υπάρχει αναβρασμός.

Εδώ, ερχόμαστε στην επιστολή του Μίκη από το 2014, που θεωρούμε ότι είναι άκρως σημαντική για την εξέλιξη του ελληνικού και ιδιαιτέρως του έντεχνου τραγουδιού: “Τα προδομένα έργα”.

Θα βρείτε την επιστολή στη σελίδα 296 του βιβλίου. Σε αυτήν, ο Μίκης μιλάει για τα έργα του, της περιόδου 1980-2000, κι εμείς θα λέγαμε και μεταγενέστερα ηχογραφήματα, που θάφτηκαν όχι μόνο από τις εταιρίες, αλλά και από τους ίδιους τους ερμηνευτές! Σε βαθμό που αναγκάστηκε κάποτε να καταφύγει στον “Σείριο” του Μάνου Χατζιδάκι και να δημιουργήσει μάλιστα και την δική του εταιρεία, τον “Ιουλιανό”, σε συνεργασία με τον Τζαμαλή και το δισκοπωλείο του, για να καταφέρει να κυκλοφορήσει το έργο του. Όμως δεν μπόρεσαν όλοι οι συμμετέχοντες να βοηθήσουν, με το να τα παίζουν κι εκείνοι στα μαγαζιά που εμφανίζονταν, ώστε να πάρουν το δρόμο τους.

Πολλοί από αυτούς, τα αντιμετώπισαν απλά σαν ένα βιογραφικό. Εδώ θα σταθούμε σε κάτι που αναφέρει ο Μίκης στην επιστολή ότι του μετέφεραν και που έχουμε ακούσει κι εμείς ως συνθέτριες. Ένα παράπονο που εκφράζουν πολλοί ότι «δεν γράφονται πια καλά τραγούδια» και ότι «αυτά που προβάλλονται καθημερινά στην τηλεόραση και στο ράδιο, είναι σκουπίδια!». Αυτό το γράφει μέσα στην επιστολή του. Αυτή είναι μια φράση που μας εξοργίζει προσωπικά και φυσικά προκάλεσε και την αντίδραση του Μίκη. Μα φυσικά και γράφονται καλά τραγούδια!! Απλά δεν φτάνουν ποτέ στ’ αυτιά του κόσμου, καθώς πρέπει να διαπεράσουν ένα σύστημα αυτοματοποιημένων playlist, πληρωμένων playlist, που η διαλογή δεν γίνεται με βάση την ποιότητα, αλλά με τη γνωριμία και τελικά το τι θέλουν να ακούγεται και να παίζεται, δηλαδή: κάτι ελαφρό, που δεν θα προκαλέσει σκέψεις, ούτε θα ενεργοποιεί το μυαλό και τις αισθήσεις του ακροατή. Πλέον βέβαια, δεν ακούγονται μόνο ελαφρά, αλλά και νέα είδη, όπως η τραπ, που όμως πάλι κινούνται σε επιφανειακά ζητήματα και είναι αξιοσημείωτο πως δεν έχουν και καμία μελωδία! Τρεισήμισι λεπτά τραγουδιού, που περιέχουν μόνο μία, άντε δύο νότες.

Η δικαιολογία που αναφέρουν είναι ότι «πρέπει να υπάρχει ομοιογένεια ρεπερτορίου». Ναι, δεν ήταν μέσα σε αυτή την ομοιογένεια τα τραγούδια του Μίκη και γενικά το έντεχνο τραγούδι, δεν πέφτει σε αυτή την ομοιογένεια. Εδώ, θα καταθέσουμε μια δική μας μαρτυρία. Έναν χρόνο πριν την επιστολή του Μίκη, κυκλοφορήσαμε κάποια εντεχνολαϊκά τραγούδια μας και τα στέλναμε στους ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Σιγή ασυρμάτου. Οπότε, τηλεφωνήσαμε να πάρουμε μια απάντηση: «Γράφετε πολύ ωραία, αλλά τα τραγούδια έχουν μπουζούκι κι εμείς δεν έχουμε τέτοια τραγούδια στον σταθμό μας. Βγάλτε το μπουζούκι και ίσως τα παίξουμε! Είναι θέμα ομοιογένειας!».Άλλος παραγωγός μας είπε: «Πάει ο καιρός “συρτάκι, σουβλάκι, Παρθενώνας”». Εκεί λοιπόν έφτασαν.

Και αυτά άκουγε και ο Μίκης και όλοι οι δημιουργοί της εποχής μας, σε μια απόπειρα να δικαιολογήσουν τα μέσα, ότι δεν μπορεί να χωρέσει το έντεχνο τραγούδι στους σταθμούς. Και αναρωτιόταν ο Μίκης στην επιστολή του: «Εάν πιστεύουν ότι και τα δικά μου τραγούδια είναι σκουπίδια, γιατί δεν τα παίζουν με τα υπόλοιπα σκουπίδια;»... Να πούμε ότι αναφέρεται σε μια σειρά σημαντικότατων έργων του, με την ποίηση του Ρίτσου, του Ελευθερίου, του Αναγνωστάκη, του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που ερμήνευσαν η Φαραντούρη, ο Μητροπάνος, η Δημητριάδη, ο Νταλάρας, ο Γαϊτάνος.. Ανάμεσά τους είναι ένας από τους αγαπημένους μας δίσκους, το “Ασίκικο Πουλάκη”, με τον Βασίλη Λέκκα. Τη λίστα με τα έργα, μπορείτε να την διαβάσετε στη σελίδα 299 του βιβλίου και θα καταλάβετε πόσο μεγάλο μέρος του έργου του Μίκη θάφτηκε, τις τελευταίες δεκαετίες. Μαζί τους, θάφτηκε ένα μέρος του πολιτισμού. Πάλι όμως δεν χαρίστηκε ο Μίκης και τα έλεγε ανοιχτά. Είπαμε, ήταν καταπέλτης.

Την απόφαση να μην μένει αμέτοχος, την πήρε το 1944, όταν ήταν 19 ετών, όπως διαβάζουμε στην επιστολή του το 2014, για το βιβλίο του Ανδρέα Μαράτου, μια επιστολή που διαβάστηκε εδώ ακριβώς, στον Ιανό, κατά την παρουσίαση του βιβλίου “Ουτοπία κρυμμένη στο σώμα της πόλης -ο μουσικός κόσμος του Μίκη Θεοδωράκη και η εποχή του”. Η επιστολή του αυτή, βρίσκεται στην σελίδα 301 του βιβλίου της Αναστασίας Βούλγαρη, που κρατάμε στα χέρια μας και αναφέρει «Τότε, (το 1944) για τον καθένα μας υπήρχαν τρεις επιλογές: η πρώτη ήταν να πας από δω, η δεύτερη να πας από κει. Και η τρίτη να παραμείνεις ουδέτερος. Γνώριζες ότι η οποία επιλογή σου, θα σε βάραινε για όλη σου τη ζωή. Δηλαδή ήσουν δέσμιος της απόφασης σου και έτοιμος να δεχθείς όλες τις συνέπειες». Αυτή λοιπόν ήταν η ώριμη σκέψη ενός δεκαεννιάχρονου, οριακά εφήβου! Όλοι φυσικά ξέρουμε τον δρόμο που πήρε. Αυτή η φιλοσοφία όμως, της μη ουδετερότητας, έμεινε μέσα του και καθόρισε ολόκληρη τη ζωή του και επηρέασε με την πυγμή του, τις ζωές όλων μας, καθώς μέσ’ από τη μουσική του, τη στάση του και τα λόγια του, έδωσε δύναμη στον λαό, τις πιο κρίσιμες στιγμές! Από την δικτατορία, μέχρι και πολύ πρόσφατα με τα μνημόνια της Μέρκελ, το δημοψήφισμα και το 2018, όπου ενάμιση εκατομμύριο κόσμος τραγουδήσαμε «όταν σφίγγουν το χέρι», στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, όπου ο μέγιστος Μίκης ήταν ο κεντρικός ομιλητής, εκεί που όλοι μαζί κατάπιαμε και τα δακρυγόνα που έριξαν, για να πνίξουν αυτή τη λαοθάλασσα. Θυμόμαστε που τηλεφωνιόμασταν μετά με την Αναστασία, να δούμε αν ήμασταν όλοι καλά.

Ακολούθησε ένας νέος διωγμός της μουσικής του, αυτή τη φορά από τον κυβερνώντα της εποχής αριστερό εθνομηδενισμό, ενώ δέχθηκε και ακόμα ένα μεγάλο πλήγμα, με τον αποκλεισμό του συμφωνικού του έργου από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Μια μάχη από τις πολλές του Μίκη, ενάντια στην θεωρία κάποιων κύκλων, ότι η υψηλή τέχνη είναι μόνο η δυτική τέχνη. Αυτό το εμπάργκο, ευτυχώς κάπως το έσπασε το 2020 ο πιανίστας Γιάννης Μπελώνης, που παρουσίασε στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, τον “Επιτάφιο”. Ακόμα μια ανεπιτυχής προσπάθεια να αποκόψουν τον Μίκη από τους συνομιλητές του, τους ακροατές του, τον λαό.

Όπως αναφέρει στον επίλογο του βιβλίου η Αναστασία Βούλγαρη, «Ποτέ λαός δεν ευεργετήθηκε με τόσο πολλά δώρα από τους πνευματικούς δημιουργούς του, όπως ο Ελληνικός λαός. Εκατοντάδες ποιητές, λογοτέχνες, θεατρικοί συγγραφείς, μουσικοί, εικαστικοί... Κάποιοι δημιουργοί θυσίασαν τα νιάτα τους, γι’ αυτό τον λαό. Έπαιξαν τη ζωή τους κορώνα γράμματα. Βρέθηκαν μέσα σε κελιά, σε ξερονήσια». Και όπως πολύ σωστά συνεχίζει, με πολύ μεγάλη ευκολία παρασυρθήκαμε στο τραγούδι των Σειρήνων και γυρίσαμε την πλάτη στους μεγάλους δημιουργούς, που εμφύσησαν με τα έργα τους, όλους τους κοινωνικούς αγώνες. Ακόμα κι εμείς οι Έλληνες, που έχουμε τα δημοκρατικά αντανακλαστικά, πώς δεχθήκαμε μια τέτοια δίωξη χωρίς ν’ αντιδράσουμε;

Η κλασσική προτροπή προς τους καλλιτέχνες που εκφράζονται, είναι: «Μείνε στη σύνθεση (στην τέχνη σου), και μη σχολιάζεις παραπέρα». Μας το είπαν κι εμάς πριν κάποια χρόνια, όταν βγάλαμε τον δίσκο “Ελλάς Πολιτική Κρατούμενη”. Όμως δεν υπολόγισαν, πως το έντεχνο τραγούδι συνεχώς βρίσκει νέους εκφραστές. Όταν είπαμε στην αρχή της παρουσίασης πως είμαστε Θεοδωρακικές, ίσως για κάποιους ακούστηκε σαν ένα είδος “κολακείας”, “γλειψίματος”. Όχι, ο Θεοδωρακισμός είναι ιδέα, μια τεράστια κοσμοθεωρία ενός μεγάλου φιλοσόφου και opinion leader, που εκδηλώνεται και μέσα από το έντεχνο τραγούδι. Φτάνοντας στο τέλος, θέλουμε να πούμε πως έχουμε χρέος όλοι, να βοηθήσουμε να παίζεται το έργο του Μίκη, που έχει απήχηση και παγκόσμια αναγνώριση, προς όφελος του πολιτισμού.

Δεν αρκεί μονάχα η δράση της “Λαϊκής Ορχήστρας Μίκης Θεοδωράκης” με τις προσπάθειες της Μαργαρίτας Θεοδωράκη, ούτε αρκεί να παίζει τα τραγούδια του ένα μόνο μέσον, το “Mikis Radio” που ξεκίνησε το 2017, με την πρωτοβουλία του Νίκου Θεοδωράκη. Πρέπει κι εμείς να τα βάζουμε στις συναυλίες μας, να τα επιβάλλουμε στα μέσα, να τα επανεκτελούμε με νέες φρέσκιες φωνές. Ναι, είναι δύσκολο να γίνει, το έχουμε κάνει. Και όμως, είναι απαραίτητο. Όλοι μας θα συμβάλλουμε.

Μάλιστα, ως μέλη της επιτροπής ψηφοφορίας των Grammy, έχουμε κάνει ειδική εισήγηση για να μπει ο Μίκης Θεοδωράκης στο “Hall of Fame” και επίσημα, διότι εννοείται πως είναι ήδη παγκόσμια η αναγνώρισή του. Και επίσης το βασικότερο, πρέπει οι δημιουργοί να συνεχίσουμε να δημιουργούμε έντεχνα τραγούδια. Είναι μια ιδιαίτερη εποχή, που οι δημιουργοί δεν έχουμε καν όργανο συντονισμού, όπως άλλοι κλάδοι. Έκλεισε εδώ και καιρό η “Ένωση Μουσικοσυνθετών και Στιχουργών Ελλάδος”.

Προσπαθήσαμε το 2014 να επανιδρύσουμε τον ιστορικό “Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής”, πάλι με τα γνωστά εμπόδια, όπου κάναμε και συναυλίες όπως το “Ρόδο Αμάραντο”, με δικά μας εξαντλητικά έξοδα και χωρίς απολύτως καμία κρατική στήριξη, για την διάδοση του έντεχνου τραγουδιού. Για να πετύχει αυτός ο σκοπός, πρέπει όλοι μαζί και όλοι όσοι παρευρέθηκαν απόψε εδώ, να συνεχίσουμε να προσπαθούμε. Πρέπει όλοι να στηρίξουμε τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, που είναι η κορωνίδα αυτής της προσπάθειας, να εξασφαλίσουμε τη διάδοσή της και γενικώς το έντεχνο τραγούδι, πάνω σε αυτή την φιλοσοφία. Θα κλείσω με αυτό που αισθανόμαστε όλοι απόψε: Ο Θεοδωρακισμός είναι μια σπίθα που δεν θα σβήσει ποτέ, καθώς όλοι μας παλεύουμε και θα την κρατήσουμε ζωντανή. Ο Μίκης, θα ταξιδεύει αιώνια στον ωκεανό της μουσικής και της ιστορίας.

 

Ιωάννα και Αρετή Σπανομάρκου

Μουσικοσυνθέτριες/Στιχουργοί/Παραγωγοί

23-03-2022, Αθήνα, Απόσπασμα από την ομιλία στον Ιανό, για την παρουσίαση του βιβλίου της συγγραφέως Αναστασίας Βούλγαρη, “ Μίκης ΘεοδωράκηςΤαξίδι στον ωκεανό της Μουσικής και της Ιστορίας”, Εκδόσεις IANOS

****

 

 Παρασκευή Αντωνίου, μουσικός, σολίστ πιάνου

Αρχικά θα ήθελα να ευχαριστήσω την κυρία Αναστασία Βούλγαρη για την πρόσκληση να είμαι εδώ στη παρουσίαση ενός βιβλίου, που όπως λέει και ο τίτλος του είναι «Ένα ταξίδι στον ωκεανό της Μουσικής και της Ιστορίας», μέσα από την ζωή και το έργο του Μίκη Θεοδωράκη.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένας από τους λίγους Έλληνες συνθέτες – στιχουργούς του οποίου η μουσική και το ταλέντο του δεν έχουν σε τίποτε να ζηλέψουν και μπορούν ισάξια να συγκριθούν με το ταλέντο άλλων μεγάλων συνθετών. Δίπλα στην «Άρνηση» βάζουν την « Πρώτη Συμφωνία» και όπως οι ερμηνευτές σ΄ όλο τον κόσμο προσπαθούν να προσεγγίσουν την ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, με τον ίδιο τρόπο καταξιωμένοι μαέστροι μελετούν με ευλάβεια σουίτες, όπερες και ορατόρια του Θεοδωράκη.

Το έργο του, μεγαλειώδες, ένα ολόκληρο σύμπαν, ένας ωκεανός ανεξερεύνητος. Έχει ισχυρό προσωπικό ύφος, πηγαία και πλούσια μελωδική έμπνευση, συναρπαστικούς ρυθμούς, όμως πάνω απ΄ όλα  έντονη ελληνικότητα. Ο μεγάλος Έλληνας συνέθετε συνειδητά σ΄ όλες τις φόρμες μουσικής γιατί ήθελε η μουσική του να απευθύνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της κοινωνίας, εντός κι εκτός Ελλάδας.  Μέσα από το έργο του μεταδίδει μηνύματα πολιτισμού και κάνει αναφορά στις πανανθρώπινες αξίες της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Ελεύθερης Έκφρασης.

Σε κάθε μία απ΄τις δημιουργικές του περιόδους ο Θεοδωράκης συνθέτει μείζονα συμφωνικά έργα, μέσα στα οποία χρησιμοποιεί τις ελληνικές παραδόσεις. Πηγή έμπνευσης του αποτελεί η βυζαντινή, η δημοτική και η αστική μουσική. Ο ρυθμός, ο παλμός αυτών των ρυθμών γίνεται δικός τους παλμός και αγκυροβολεί μέσα σ΄αυτές τις παραδόσεις, τις βάζει μέσα στη δική του μουσική συνείδηση και τις συμφωνικές του συνθέσεις. Αυτό είναι το οποίο τον διαφοροποιεί από άλλους και πολλούς συνθέτες της δυτικοευρωπαϊκής πρωτοπορίας.

 Η επιρροή του Στραβίνσκι πάνω του οφείλεται στο γεγονός ότι ακουμπάνε και οι δύο πάνω σε μουσικές παραδόσεις (ρωσική και ελληνική). Αλλά δεν ήταν μόνο ο Στραβίνσκι, ήταν και οι Σεργκέι Ραχμάνινοφ και Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ειδικά με τον τελευταίο ταυτίστηκε μουσικά και ιδεολογικά. Ο Νμίτρι Σοστακόβιτς χαρακτήρισε τον Μίκη Θεοδωράκη ως «μουσική μεγαλοφυία του 20ου αιώνα».

Σε αντίθεση με το δημοφιλή χαρακτήρα πολλών του έργων, τα έργα για πιάνο και πιάνο με ορχήστρα δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό και δεν παρουσιάζονται συχνά σε προγράμματα συναυλιών. Αναδεικνύουν τη λιγότερο γνωστή του πλευρά, αυτή του εγκεφαλικού, βαθυστόχαστου, σύγχρονου και ιδιωματικού συνθέτη, που συνδυάζει την ΄άρτια τεχνική΄με την ‘αληθινή έμπνευση΄.

Έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα, για ποιόν γράφει ένας συμφωνικός συνθέτης. Ποιον θέλει να πλησιάσει με τη μουσική τους; Ο 20χρονος Μίκης Θεοδωράκης, μέσα από δύο πρελούδια τα οποία έγραψε το 1947 και με την δύναμη του ταλέντου του αποτυπώνει – συμφιλιώνοντας ή αντιπαραθέτοντας – τις δύο όψεις της ζωής: από τη μία πλευρά, τα έντονα τραυματικά βιώματα του κατά τη διάρκεια του πολέμου που τον έφεραν τόσο κοντά στο θάνατο, κι από την άλλη πλευρά την δύναμη της πατρογονικής Κρητικής μουσικής που υμνεί την ζωή.

Εμείς η νέα γενιά που μαθητεύσαμε κοντά του πάθαμε να πορευόμαστε μέσω της μουσικής του. Μέσα απ΄αυτήν:

Βρήκαμε την ιστορική μας ελληνική ταυτότητα.

Μάθαμε να υπερασπιζόμαστε αξίες του ανθρώπου και τις πατρίδας με ειρηνικό τρόπο.

Μάθαμε να αντιστεκόμαστε στην οποιαδήποτε μορφή βίας μέσω της μουσικής.

Σας είμαστε ευγνώμον για όσα τόσο γενναιόδωρα μας προσφέρατε και μου προσφέρατε. Θέλω να σας διαβεβαιώσω πως η αποστολή μου είναι να διαδώσω το πολύτιμο έργο σας όπου κι αν βρεθώ.

Αντωνίου Παρασκευή

 

 

 

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD