Παρουσιάσεις

«Σκάλα» Ομιλία παρουσίασης του ποιητή Αντώνη Αμπαρτζίδη

 <iframe width="560" height="315" src="/

" title="YouTube video player" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe>

 

Καλησπέρα σας.

Ευχαριστώ τον φίλο Αντώνη Αμπαρτζίδη που με κάλεσε να μιλήσω για την ποιητική του συλλογή.

Ομολογώ ότι δύσκολα συγκινούμαι από τα ποιήματα που γράφονται σήμερα, κι αυτό γιατί σπάνια συναντώ ποιητικές συλλογές που ξεπερνούν τα προσωπικά όρια του ποιητή και προσπαθούν ν’ αφουγκραστούν τον Άλλον, εκείνον που υπάρχει  πέρα από τα περίφραχτα σύνορα του μικρόκοσμου του καθενός.

Το βιβλίο του Αμπαρτζίδη αποτελεί εξαίρεση, γι αυτό δέχτηκα να συμμετάσχω στην παρουσίασή του.   

Επιτρέψτε μου, πριν σας μιλήσω για τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μού γέννησαν τα ποιήματα του Αντώνη, ένα σύντομο προοίμιο σχετικά με την ελληνική ποίηση. Δεν πρόκειται να σας πω τίποτα περισπούδαστο ή διανοουμενίστικο. Αντιθέτως, θα σας πω με λόγια απλά αυτά που γνωρίζει ο νους μου κι εκείνα που νιώθει η καρδιά μου.

Ακούω και διαβάζω συχνά, πως «η ποίηση δεν είναι για όλους». Σημάδι των καιρών της αποξένωσης και του ατομισμού κι αυτό. Σε τούτη την ελιτίστικη θέση απαντώ πως το ελληνικό παράδειγμα, ιστορικά, αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο· ότι από την εποχή του Ομήρου και τους τραγικούς έως τη γενιά του 1930 κι αργότερα τη γενιά της εθνικής αντίστασης, τη γενιά του 1-1-4 και των Λαμπράκηδων η ελληνική ποίηση είναι για όλους, μια και από τον λαό εμπνέεται σ’ εκείνον απευθύνεται μ’ εκείνον  συλλειτουργεί.

Γιατί, όπως μας διδάσκει ο Αριστοτέλης, ο ποιητής δεν πρέπει να γράφει για τον εαυτό του μα για το καθόλου, το καθολικό, δηλαδή.

Ήταν οι τραγικοί ποιητές της Αθήνας, οι οποίοι εμπνεύστηκαν από τους μύθους, την ιστορία, τα δεινά, τους θριάμβους, τα λάθη της πόλης και της δημοκρατίας, αλλά και από την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και άφησαν αιώνια παρακαταθήκη στην Ελλάδα και στην Οικουμένη το αρχαίο δράμα.

Ήταν η βυζαντινή ποίηση και υμνωδία σε γλώσσα ελληνική και μέλος βυζαντινό, συνέχεια των αρχαίων τρόπων.

Ήταν η δημοτική ποίηση, που κράτησε το γένος όρθιο επί 400 χρόνια τουρκοκρατίας.

Στην περίοδο της αρχαιότητας, οι τραγικοί ποιητές ήταν δημιουργοί αναγνωρισμένοι από την πόλη και βραβευμένοι από τους ελεύθερους πολίτες, οι οποίοι συνολικά, άνδρες και γυναίκες, παρακολουθούσαν τους θεατρικούς αγώνες.

Αργότερα, στο  Βυζάντιο οι  ποιητές ήταν αναγνωρισμένοι λόγιοι ή λόγιοι ιερείς και μοναχοί.

Όμως, στα χρόνια της οθωμανοκρατίας, έχουμε ένα μοναδικό φαινόμενο:  οι ποιητές ήταν οι ίδιοι οι κάτοικοι του χωριού. Στις γιορτές και στα πανηγύρια  δημιουργούσαν επί τόπου ποίηση. Αλλά όχι μόνον  για τη χαρά, μα και για τη λύπη και τη χαρμολύπη.

Ο κάθε χωρικός-ποιητής  γίνεται ένας  Όμηρος που σκαρφίζεται δεκαπεντασύλλαβους κι εκφράζει τα συναισθήματα του χωριού· κι άλλοτε υμνεί τη φύση· τα δέντρα, τα νερά και τα πουλιά. Κάποιος άλλος, την ίδια στιγμή, συνθέτει τη μουσική. Χωρίς πεντάγραμμο, μόνο με την καρδιά του και την μνήμη από τα βάθη των αιώνων. Οι χωρικοί μαθαίνουν το τραγούδι και το τραγουδούν όλοι μαζί. Αλλά όταν η καρδιά του ποιητή από έρωτα σκιρτά, πλέκει στιχάκια για την κοπέλα που αγαπά.  

Ήταν ο Ρήγας Φεραίος, που ποίηση έκανε τ’ όραμά του για την ελευθερία.

Ήταν τα κλέφτικα τραγούδια αγνώστων σε εμάς ποιητών. Τραγούδια ανυπακοής απέναντι στον κατακτητή, που στον ξεσηκωμό του γένους εμψύχωσαν τους επαναστατημένους Έλληνες.  

Ήταν,  ο Διονύσιος Σολωμός, ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης, που ποίημα έκανε την επανάσταση των Ελλήνων και το ηρωικό Μεσολόγγι.

Κάποτε, η νέα ελληνική ποίηση,  έδωσε τη σκυτάλη στην αξεπέραστη γενιά του 1930, που ένωσε το νήμα με την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, και δεκάδες ποιήματά της μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, και ξαναμπήκε η ποίηση στην καθημερινότητα των Ελλήνων.

Ήταν η στιγμή που ο ελληνικός λαός είδε και πάλι το πρόσωπό του στην ποίηση και την τραγούδησε· την ώρα της δουλειάς, στο ταβερνάκι της γειτονιάς, στη διαδήλωση.

Ήταν αυτή η μελοποιημένη ποίηση που ταξίδεψε στα χρόνια της δικτατορίας, αλλά και στις επόμενες δεκαετίες, στην Ευρώπη, στην Αμερική, στην Αυστραλία, εσχάτως στην Ασία και κοινώνησε τους λαούς της Οικουμένης στην ιστορία και τη ζωή ενός λαού, κάποτε, ανυπότακτου και διαρκώς αγωνιζόμενου για την ελευθερία.

Ένα διαρκές «ελευθερία ή θάνατος» από τη μάχη των Θερμοπυλών έως το 1821 κι από την εθνική αντίσταση έως τον αντιδικτατορικό αγώνα.

Σε κάθε ιστορική φάση υπήρχε μια συλλογική αισθητική, μεταβαλλόμενη μεν, αλλά με κοινό άξονα ανά τους αιώνες την ελευθερία που ανθίζει από τη συλλογικότητα και μέσα στη συλλογικότητα.

Γιατί ο ελληνικός λαός, ανά τους αιώνες, υπήρξε ένα σύνολο συνειδητοποιημένων με κοινή μνήμη, κοινή συνείδηση ιστορίας και πολιτισμού. Ήταν ο πολιτισμός του φορέας γνώσης, ψυχικής και πνευματικής καλλιέργειας, τροφοδότης δύναμης και αυτοπεποίθησης, αλλά και όπλο αγώνα, όταν η Ιστορία καλούσε τους Έλληνες να σταθούν αντάξιοί της.

Γι αυτό στη 10ετία του 1960 οι εργάτες κι οι εργάτριες, οι οικοδόμοι κι οι χωρικοί να τραγουδούσαν κι απολάμβαναν την ποίηση του Ρίτσου, του Ελύτη και του Σεφέρη. Γιατί ήταν έτοιμοι από καιρό.

Όμως όλ’ αυτά που ανέφερα είναι η μία πλευρά της ποίησης. Η άλλη είναι το υπερλογικό. Οι συμβολισμοί της, οι κρυμμένες αλήθειες του κάθε ποιητή, η επικοινωνία του με το θείο.

Όταν οι δύο αυτές πλευρές ενώνονται αρμονικά, σμίγει το διονυσιακό στοιχείο με το απολλώνιο. Κι όταν ένα σύνολο ακροατών ή αναγνωστών ταυτίζεται με μια τέτοια ποιητική δημιουργία, τότε οδηγείται στη μέθεξη, καθώς συλλογικά αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας μέσα στο ποίημα. Και τότε συμβαίνει να έχουμε επικοινωνήσει συλλογικά με τον ποιητή κι εκείνος με εμάς.

Περνώ τώρα στο βιβλίο του Αντώνη.  

Η ποίησή του φέρει πλούσιο ψυχικό, πνευματικό και συναισθηματικό φορτίο.
Η συλλογή του Σκάλα αφηγείται την επώδυνη κατάβαση προς τον πυρήνα της ύπαρξής του, που τον οδηγεί  στην αυτογνωσία κι εκείνη με τη σειρά της στην ανάβαση με σταυρική πορεία.

Ο ποιητής συνθλίβεται, για να μπορέσει να υπάρξει ολοκληρωμένος. Όσο κι αν φοβάται, όσο κι αν πονά (ο Αμπαρτζίδης δεν κρύβει τους φόβους του, ούτε τον βαθύ πόνο της ψυχής του), στο τέλος κόβει τα δεσμά του κι απελευθερώνεται.

Θανάτω θάνατο πατήσας, μοιάζει να ψάλλει, καθώς μετατρέπει τη σκάλα της κατάβασης σε σκάλα ανάβασης κι ανύψωσης προς το φως. Άλλωστε το ξέρει πως

          Κακοτράχαλη ανηφόρα προσμένει

          αυτούς που προχωρούν

ως την κορφή της Γνώσης,

 

Κάθε του ποίημα είναι κι από ένας κύκλος που ανοίγει και κλείνει, μέχρι ν’ ανοίξει ένας νέος. Φόβος-πόνος-εγκλωβισμός-αυτογνωσία- απόφαση- σταύρωση- απελευθέρωση.

Ο Αμπαρτζίδης συχνά κρύβεται πίσω από τις λέξεις, αλλά στο τέλος μάς αποκαλύπτεται. «Πού θα βρω και εγώ τα φτερά μου;» ρωτά, κι ύστερα γίνεται Χρυσαετός και δηλώνει:

Όρθιος στάθηκα.

 

          Όρθιος και μόνος

          μες τη φοβερή  ερημία του πλήθους

μάς είχε στείλει, σχεδόν εξήντα χρόνια πριν,  μήνυμα ηχηρό, μήνυμα αδούλωτου- ελεύθερου ανθρώπου ο Μανόλης Αναγνωστάκης.

 Ωστόσο, ο ποιητής, δεν ομφαλοσκοπεί ναρκισσιστικά. Δεν ακολουθεί το ρεύμα της εποχής, που κατασκεύασε η παγκοσμιοποίηση της Αγοράς, για να πετύχει τη νέα υποδούλωση του ανθρώπου, Άλλωστε, κι αυτό μάς το λέει ο Αντώνης:

Κυριεύτηκα και κυρίεψα,

τώρα που σκλάβος βρέθηκα πάλι, έμαθα στο φόβο

να σκύβω το κορμί αλλά να μην υποτάσσεται η ψυχή μου

          και πού θάβρω ελευθερία;

 

Ο ποιητής μας αρνείται τον δρόμο του ατομικισμού κι ας είναι αυτός ο ενδεδειγμένος δρόμος για τη γενιά του, την τραγική γενιά, που κυνικά οι εξωνημένοι δάσκαλοι και ειδικοί, ονόμασαν «η γενιά της πτώσης του τείχους» και την καταδίκασαν σε διαρκή θλίψη.  Αντιθέτως, ο Αμπαρτζίδης αναζητά το κοινωνικό πλάι στο ατομικό, γνωρίζοντας πως η πορεία του ανθρώπου προς την απελευθέρωσή του θα ανακόπτεται με τραγικές συνέπειες ιστορικά, κάθε φορά που ο άνθρωπος παράλληλα με τον αγώνα του για την ελευθερία δεν θέτει και τον αγώνα για την αυτογνωσία του. Διαδικασία και η μία και η άλλη τόσο ατομική όσο και συλλογική.

Ξεκάθαρο το μήνυμά του:

Τρεχούμενο νερό η αγάπη στα σπλάχνα μου

          και το στόμα μου βρύση να πιω

          και να πιούν όλοι στο άκουσμά της.  

Η θάλασσα για τον ποιητή  είναι μία Αγία. Αγία Θάλασσα γράφει και σκέφτομαι το Ιόνιο στα δυτικά της πατρίδας και το Αιγαίο στ’ ανατολικά της. Ανατολή: η αρχή των πάντων.

Μία ακόμη σκέψη που έκαμα καθώς διάβαζα το βιβλίο: Την παραθέτω αυτούσια, χωρίς διόρθωση, όπως τη σημείωσα από καρδιάς: Αναμνήσεις από τη βυζαντινή παράδοση. Το «κατ’ εικόνα και ομοίωση» της Ορθοδοξίας και πίσω στην αρχαιότητα, αναζητά να σμίξει με την ελληνικότητα ως βίωμα, πνευματική κατάκτηση και στάση ζωής.

Όμως ο Αμπαρτζίδης δεν κλείνεται στα σύνορα της χώρας. Τουναντίον, αναζητά την Οικουμένη. Τη σχέση του μαζί της. Τη σχέση της με εκείνον. Με όλους μας. Τη σχέση της με την Ελλάδα.

Γράφει:

          Η Δύση με έβλεπε πάντα ως Ανατολή

          και η Ανατολή ως Δύση,

          αυτό το ουράνιο σώμα μου

          ποτέ δεν σταματά να γυρνά,

          ποιος επιτέλους θα μου πει τη βάση μου;

Τα ερωτήματα τού ποιητή βασανιστικά. Ίδια με τα ερωτήματα της  γενιάς του.

Άραγε, από πού να εμπνευστεί ένας νέος (ηλικιακά εννοώ) ποιητής; Σήμερα, που ο μηδενισμός μηδενίζει μέσα στις ψυχές μας –κυρίως των νεότερων–, την ιστορική μνήμη και κατεδαφίζει τη συλλογική μας πολιτιστική ταυτότητα; Σήμερα που η κοινωνία δεν είναι μία, έχει κατακερματιστεί σε μικρόκοσμους; Κάθε μικρόκοσμος έχει τους δικούς του «νόμους», τρόπους επικοινωνίας και τους δικούς του στόχους–κυρίως υλιστικούς. Δεν συναντιέται με τους άλλους μικρόκοσμους. Περιχαράκωση, μοναξιά, στο τέλος η ερημιά.

Το γράφει, άλλωστε.

          Καθείς έχει τα δικά του βουνά,

          Η θέα όμως μοιάζει με θρόνο,

          όλα τα αφεντεύει με ένα βλέμμα.

 Λυπημένος αναρωτιέται: αφού επικρατεί μονόλογος ποιον να ρωτήσω.

Όταν γεννήθηκε ο Αντώνης, το 1988, ο κόσμος όδευε προς την ανατροπή όλων όσων γνωρίζαμε μέχρι τότε. Έναν χρόνο μετά, κατάρρευσε το μεγάλο όραμα για την κοινωνία της ισοτιμίας, της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της δημιουργίας κι έγινε ερείπια.

Κι έγινε ο αγώνας ξινισμένο σταφύλι, όπως έγραψε η ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη, κρατούμενη στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών στα 1967. Στο κελί της, μετά τα βασανιστήρια, εκείνη  έβλεπε το τέλος.

Στα 20 του χρόνια, λοιπόν, ο ποιητής έπρεπε να μάθει να ζει χωρίς όνειρα, χωρίς μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον· να ζει μέσα σ’ ένα διαρκές παρόν  υπερεργασίας και υπερκατανάλωσης με πυξίδα ένα μεγάλο «εγώ».

Το 2008, όταν ο Αντώνης ήταν 20 χρονών, η εποχή του «εμείς»  έμοιαζε σαν ψέμμα, σαν εμμονή κάποιων ρομαντικών Δον Κιχώτηδων ή, στην καλύτερη περίπτωση, σαν παραμύθι των γιαγιάδων.

Όμως ο Αντώνης αρνήθηκε να παίξει σε στημένο παιχνίδι κι ας ήξερε πόσο πικρό θα ήταν το τίμημα μιας τέτοιας επιλογής.

Ανυποχώρητος ακόμη γράφει:

          Εκτέλεσα τους φόβους μου για προδοσία

          ονείρων και ψυχής, ξημέρωμα.

Και παρακάτω:

          Τη μοναξιά μου έκανα ερωμένη μα εκείνη

          –ολόκληρη βιβλιοθήκη– καθρέφτης έγινε

          που αντιφέγγιζε την ολότητά μου.

Προηγουμένως, όμως, έχει σχολιάσει:

Αλίμονο σε εκείνον

          που δεν ξανασηκώθηκε

          και ρίζωσε, τον φύτρωσε η άγνοια

          τάχας σπουδαίο.

Σχόλιο ηχηρό και καυστικό, ίσως ειρωνικό του  ποιητή που του έμελλε να ζει ετούτη την αβίωτη εποχή.

Ωστόσο, στο ίδιο ποίημα ο ποιητής μάς δείχνει πως έχει συνείδηση του εαυτού του και του ρόλου του:

          Άνθρωπο μη δω ή χτικιό

          μπροστά μου σαν οργώσω.

          Πρώτος εγώ για να μπορώ

          να δώσω πίσω όσα

οι άλλοι ονειρεύονται

μα δεν μπορούν να κάνουν.

 

Ο Αμπαρτζίδης καταφεύγει στη λογοτεχνία. Αυτό φαίνεται καθαρά στον ποιητικό του λόγο. Ο Όμηρος, ο Καβάφης, το σεφερικό τοπίο, ο Λειβαδίτης, οι αρχαίοι μύθοι, οι ύμνοι της Ορθοδοξίας· δάσκαλοι και οδηγοί του Αντώνη. Ακολουθεί τη φωνή τους, αναγνωρίζει τα ίχνη τους κι ενστερνίζεται τα μηνύματά τους. Εν τούτοις, δεν τους μιμείται· πασχίζει να αφήσει τη δική του ταυτότητα γραφής και το καταφέρνει.

Όσο έγραφα την ομιλία μου, τόσο μού αποκαλύπτονταν οι κρυμμένες αλήθειες του ποιητή, ώσπου η ψυχή μου μάτωσε από την εξομολόγησή του.

Θα μπορούσα να σας μιλώ ώρες ολόκληρες για τα ποιήματα του Αντώνη και στο τέλος θα σας κούραζα.

Γι αυτό, ολοκληρώνω την ομιλία μου με μερικά στιχάκια από δύο ποιήματά του. Από το ποίημα Απώλεια, το πιο τρυφερό του ποίημα, με το οποίο  ταυτίστηκα εξαρχής, ήδη από τον ίδιο του τον τίτλο, και από το ποίημα Κόλαση, γιατί το σχόλιο που έκανα όταν το διάβασα  εξέπληξε τον Αντώνη.

Παραθέτω από την Απώλεια:

          Θα σου χαρίσω ένα άστρο,

          ένα που νομίζω πως σου μοιάζει,

σαν ξενυχτώ να σε βλέπω.

Κι από την Κόλαση:

          Όποιος δεν έζησε στην Κόλαση

          πώς γίνεται άραγε

να ερωτευτεί τον Παράδεισο;

 

Σχόλιο: Γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο ποίημά του Φαίδρα:

Την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω·– ανημπόρια τη λέω, δειλία τη λέω·– τ’ αφιερώματα στους θεούς: προσχήματα για ν’ αποφύγουμε τη δοκιμασία·–

 

Κάπως έτσι συναντήθηκε ο Αμπαρτζίδης με τον Ρίτσο, χωρίς όμως να γνωρίζει μήτε το ποίημα, μήτε τη συνάντηση.

Αλλά τέτοιες μαγικές και άγιες στιγμές ζουν μονάχα αληθινοί ποιητές. Ένας από αυτούς είναι  ο Αντώνης.     

Αναστασία Βούλγαρη

Αθήνα, Ιανός, 10/06/2022

 

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD