Παρουσιάσεις

Συμμετοχή στην παρουσίαση του βιβλίου της Αφροδίτης Μήτσου, Νοέμβριος 2014

Ομιλία για το βιβλίο της Αφροδίτης Μήτσου

Ζάτουνα, ένας χρόνος εξορίας δίπλα στον Μίκη Θεοδωράκη

 

Αναστασία Βούλγαρη

«Πρυτανείον»

Αθήνα, 21.11.14

 

Μάρτιος του 1967 στην Αθήνα.

«Ο κήπος ήταν κατάφυτος με λεμονιές, τριανταφυλλιές και είχε μερικά μουντά σκαλοπάτια, που οδηγούσαν σε μια βεράντα, όπου γύρω-γύρω ήταν φυτεμένοι μενεξέδες. Σ’ εκείνο το σούρουπο δεν ακουγόταν τίποτε άλλο παρά ο ήχος από τις νότες του πιάνου και μια μελωδική φωνή σε γνωστά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Καθίσαμε έξω από την πόρτα και ακούγαμε εκείνη την τόσο όμορφη μουσική! Το «η ζωή τραβάει την ανηφόρα». Μια μαγεία μέσα στη νύχτα!

Ύστερα χτυπάμε το κουδούνι και ανοίγει την πόρτα ένα κοριτσάκι γύρω στα εννέα. Στα μάτια της αντίκριζες τις σπίθες από τις φλόγες της φωτιάς. Ήταν η Μαργαρίτα.

Περάσαμε μέσα και προχωρήσαμε σ’ ένα διάδρομο που οδηγούσε στην τραπεζαρία. Εκεί ήταν ο παππούς και η γιαγιά κι ο Γιώργος, ο αδελφός της Μαργαρίτας, που στα μάτια του αντίκριζες την αθωότητα […] Μέσα στο σπίτι υπήρχε μια απλότητα και μια στοργή, πράγμα που δεν είχα αντικρίσει ποτέ μου έως τότε», περιγράφει η Αφροδίτη την πρώτη της επαφή με την οικογένεια Θεοδωράκη, που έμελλε να γίνει και δική της οικογένεια. Κοντά τους η Αφροδίτη θα γνωρίσει, για πρώτη φορά στη ζωή της, την αγάπη, τη στοργή, την τρυφερότητα. Γιατί, όπως συνηθίζει να λέει, «η οικογένεια Θεοδωράκη είναι η προσωποποίηση της αγάπης και της στοργής».

Η χαρά της Αφροδίτης δε θα κρατήσει πολύ. Έρχεται η δικτατορία, οι φυλακίσεις του Μίκη Θεοδωράκη και η εξορία της οικογένειας στη Ζάτουνα. Εκεί, η 16χρονη Αφροδίτη θα γνωρίσει το πιο αποτρόπαιο πρόσωπο του ανθρώπου: το φασίστα. «Είχαμε πατήσει μέσα στο βούρκο της λασπωμένης δικτατορίας του Παπαδόπουλου», θα γράψει αργότερα η Αφροδίτη.

Η Αφροδίτη δεν εξαναγκάστηκε να ακολουθήσει την οικογένεια στον εκτοπισμό της. Ούτε βρέθηκε σε δίλημμα. Το επέλεξε.

Θα μπορούσε να αποκηρύξει την οικογένεια και να συνεχίσει τη ζωή της. Αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της μακριά από τους αγαπημένους της.

14 Σεπτεμβρίου 1968 στη Ζάτουνα. « Ο ήλιος κρυμμένος ανάμεσα στα σύννεφα, κόντευε να γείρει. Όταν φτάσαμε στο χωριό, τα πρώτα κτίρια που αντικρίσαμε ήταν η εκκλησία και το σχολείο. Είχε και πανύψηλες καρυδιές, που τα φύλλα τους ήταν σωριασμένα στο χώμα και το ρυάκι του φθινοπώρου τα σκόρπιζε εδώ κι εκεί», γράφει η Αφροδίτη. Το πανέμορφο χωριό γίνεται ο τόπος του μαρτυρίου της.

«Η ζωή μας εξαρτιόταν από τον υπομοίραρχο Στεργίου, που του δώσαμε το όνομα ο ‘δράκος’ του χωριού», λέει.

Απειλές θανάτου, ύβρεις, συνεχείς έρευνες, απαγόρευση εξόδου. Η οικογένεια είναι αποκομμένη ή απομονωμένη (;) από τις αντιστασιακές δυνάμεις, χωρίς σύνδεσμο, χωρίς πρόσβαση στον παράνομο μηχανισμό της αντίστασης, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο και μεγεθύνει το φόβο. Κάθε μέρα που ξημερώνει είναι μια ακόμα μέρα που η ζωή τους χαρίστηκε.

Η υγεία της Αφροδίτης βαριά κλονισμένη. Όμως δε θα διστάσει ούτε στιγμή να μεταφέρει στην Αθήνα, κάτω από τη μύτη της χωροφυλακής το παράνομο υλικό. Σημειώματα, παρτιτούρες, τραγούδια, φωτογραφίες. Η Φαραντούρη τραγουδάει τις Αρκαδίες στην Ευρώπη.

Η μεγάλη αγάπη της Αφροδίτης είναι τα παιδιά. Η Μαργαρίτα κι ο Γιώργος. Τότε ήταν 8 χρονών, η Μαργαρίτα εννέα.

Όταν τα παιδάκια της ηλικίας τους ζούσαν μια ξέγνοιαστη ζωή γεμάτη χαρά, παιχνίδι κι ανεμελιά, αυτά τα δυο παιδιά έκαναν αντίσταση. Να το θυμόμαστε αυτό.

Κι όταν εμείς παίζαμε κρυφτό και κυνηγητό και τρέχαμε στις γειτονιές ελεύθερα, χωρίς κάτι να σκιάζει την καθημερινή μας ζωή τα παιδιά του Μίκη και της Μυρτώς είχαν μπροστά στο στήθος τους το όπλο του χωροφύλακα να τα απειλεί. Να το θυμόμαστε αυτό. Όπως οφείλουμε να θυμόμαστε κι όλα τα παιδάκια που οι γονείς τους ήταν στη φυλακή, εκείνα τα χρόνια τους φασισμού και της ασχήμιας.

Η Αφροδίτη αγάπησε πολύ τη Μυρτώ και τη θαύμαζε. Ακόμα τη θαυμάζει. Έχει δίκιο, γιατί η Μυρτώ δεν ήταν μόνον η σύζυγος του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν και η ίδια μεγάλη. Τόσο μεγάλη που όταν ο Στεργίου απείλησε ότι θα σκοτώσει τον Μίκη, εκείνη του έταξε, ότι αν σκότωνε τον άντρα της θ’ αγκάλιαζε τα παιδιά της και θα σκοτωνόταν. «Για να έχετε τέσσερα πτώματα», του είπε ως άλλη Σουλιώτισσα.

Νύχτες ολόκληρες οι δυο γυναίκες ράβουν μέσα στο στρίφωμα του παλτό της Αφροδίτης και στα κουμπιά του Γιώργου, τις παρτιτούρες και τις ταινίες με τα τραγούδια. Ξετυλίγουν τις κουβαρίστρες και τυλίγουν τις ταινίες κι ύστερα πάλι τυλίγουν γύρω τους την κλωστή. Ξεγελούν την αστυνομία κι έτσι μια μέρα η Ευρώπη θα ακούσει το Πνευματικό Εμβατήριο.     

Ας αναλογιστούμε τι θα είχαμε χάσει, τι θα είχε χάσει η Ελλάδα αλλά και η Ευρώπη αν η Μυρτώ κι η Αφροδίτη είχαν δειλιάσει.

Ο άνεμος γέννησε τη νύχτα και το πέλαγος

κι έγινε θάλασσα και γνώρισε η θάλασσα το βάθος της…

Αφ’ υψηλά όμως έπεσεν και απέθανεν ελεύθερος…

Πρωτόγνωρες βαριές με ζώνουν αρμονίες…

Να μελοποιείς τέτοια τραγούδια ενώ είσαι εκτοπισμένος, με την κάνη του όπλου στραμμένη πάνω στα παιδιά σου. Έτσι ακύρωσες την τυραννία Μίκη Θεοδωράκη επειδή μέσα σου ήσουν ελεύθερος. Κι αυτή η εσωτερική σου ελευθερία είναι η παρακαταθήκη σου στην ανθρωπότητα μαζί με τα τραγούδια σου, το γέννημα της σκέψης και της πράξης σου. Το ‘ξερες από τότε, Μίκη, και το ‘ξερε κι η Μυρτώ και μαζί σας το ένοιωσε κι η Αφροδίτη, ότι αν στερήσεις από ένα λαό τη θεία κοινωνία με τα έργα τέχνης, τότε αυτός ο λαός θα γίνει ένα ξερόφυλλο στον άνεμο, που η κάθε ολιγαρχία θα τον πηγαίνει δώθε κείθε μέχρι να χαθεί. Μα ό,τι κι αν κάνουν σήμερα οι δυνάμεις του σκότους θα υπάρχουν πάντα τα τραγούδια σου, Μίκη, και σιμά τους το βιβλίο της Αφροδίτης. Ν’ ατσαλώνει τη θέλησή μας, να χαλυβδώνει την αγάπη μας σε σένα, να στερεώνει την πίστη μας στα μεγάλα ιδανικά: την ελευθερία, την αγάπη για την πατρίδα και την αγάπη για το συνάνθρωπο.

Το δράμα της οικογένειας θα κορυφωθεί τη μέρα που ο δράκος Στεργίου θα λάβει διαταγή να μεταφέρει τον Μίκη στη φυλακή και τη Μυρτώ με τα παιδιά στην Αθήνα. Την κόλαση, που επρόκειτο δημιουργήσει ο υπομοίραρχος μέσα στο σπίτι, η Αφροδίτη την είχε διαισθανθεί κι είχε φροντίσει από πριν να κρύψει το αρχείο του Μίκη και να το σώσει.

«Τόσο μόνη ένιωθα, που ήθελα να δω έναν άνθρωπο να του μιλήσω, να φωνάξω, να ζητήσω λευτεριά, μα τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά», γράφει η Αφροδίτη, όταν η οικογένεια χωριστεί και μείνει εντελώς μόνη.

Σήμερα, η Αφροδίτη ξαναβγάζει στο φως τα ημερολόγια της και τα προσφέρει στους ανθρώπους. «Για να μάθουν τα νέα παιδιά», λέει, κι όχι για να τις αποδοθούν τιμές ή εύσημα. «Κι αν έκανα, ό,τι έκανα, γράφει στο βιβλίο της, το ήθελα και το έκανα, γιατί νομίζω ότι πρέπει να βοηθάει ο ένας τον άλλον στις δύσκολες στιγμές του και ήθελα να λέγομαι άνθρωπος». Κι αν της ζητήσεις να κάνει έναν απολογισμό θα σου απαντήσει: «και σήμερα αν χρειαζόταν πάλι τα ίδια θα έκανα. Δε μετάνιωσα ούτε στιγμή».

Αφροδίτη εύχομαι το βιβλίο σου να φτάσει σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

.be

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD