Παρουσιάσεις

"Μύχιες παύσεις"

Απόπειρα παρουσίασης της ομώνυμης ποιητικής συλλογής τού Τριαντάφυλλου Σερμέτη

Αντί εισαγωγής θα ξεκινήσω με ένα απόσπασμα από ένα πρόσφατο κείμενο του Τριαντάφυλλου με τίτλο « Η ποίηση σε καιρούς άφωνους».

Γράφει ο Τριαντάφυλλος:

«Ο πραγματικός ποιητής, όταν συλλαμβάνει το περιεχόμενο ενός ποιήματος, πέρα από το τεχνικό και αισθητικό μέρος του πράγματος, βιώνει σε μια άλλη διάσταση του πραγματικού, ένα γεγονός το οποίο το εξωτερικεύει με λέξεις. Αυτό το γεγονός βιώνεται στο χωροχρόνο της φαντασίας σε μια «αλλιώς» πραγματικότητα. Ο εσωτερικός αυτός χώρος είναι ο φαντασιακός χώρος, εκεί όπου συναντιέται η νόηση με τα συναισθήματα. Η νόηση συναισθάνεται και τα συναισθήματα νοούν πάνω στις μορφές. Αυτές οι μορφές, αποκαθαρμένες από τη διαστρεβλωμένη εξωτερική πραγματικότητα, αληθεύουν και οδηγούν τον ποιητή στην αρχετυπική καταγωγική φύση του ανθρώπου. Στο βαθμό που συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο ποιητής φτάνει στο κάλλος της φύσης. Επομένως, εκεί βρίσκεται το Καλό. Στην ουσία ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαρκή αναμέτρηση αυθυπέρβασης με τον εαυτό του. Σκοπός είναι να διαβεί την Πύλη που θα τον οδηγήσει στο κάλλος της φύσης του. Το κάλλος αυτό δεν περιγράφεται με ηθικολογικούς όρους, αλλά με οντολογικό περιεχόμενο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, συμπεραίνεται ότι ποιητές μπορούν εν δυνάμει να είναι ανεξαιρέτως όλοι οι άνθρωποι. Οι εξωτερικές πράξεις των ανθρώπων καθορίζονται μέσα από αυτή την εσωτερική λειτουργία. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συμβεί αλλαγή στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο αν δεν συμβεί η υπαρξιακή επαναστατική διάβαση του εαυτού στη φύση του. Υπό αυτή την έννοια, η ποίηση έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τον κόσμο. Ο άνθρωπος θέλει;»

Μύχιες παύσεις κι ο  Τριαντάφυλλος Σερμέτης, με το πρώτο του ποίημα το Άρρητο, ανοίγει την πύλη εισόδου και μας καλωσορίζει  στον ποιητικό του κόσμο.

Άφωνοι είναι οι  καιροί κι όμως ο ποιητής  επιμένει. Με την ηλιόλουστη ύλη του Έρωτα οικοδομεί το δικό του Στερέωμα σ’ έναν διαφορετικό Χωροχρόνο.

Η θάλασσα, ο ήλιος, η βροχή, τα κύματα, η ομίχλη γίνονται ο χώρος της ύπαρξης του, η δική του φύση-τοπίο όπου εγγράφονται τα συναισθήματά του, ενώ ο χρόνος μετράται μόνον κυκλικά: χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι˙ μόνο το φθινόπωρο απουσιάζει… Άραγε δηλωτικό των μηνυμάτων της ποιητικής συλλογής, αλλά και της ιδιοσυστασίας του ποιητή;

Περνάμε την πύλη. Μπροστά μας η θάλασσα του μυστηριακού κόσμου της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και της κοινωνίας.

Τούτη τη θάλασσα/ κρατώ στην αγκαλιά μου/ νανουρίζω του βυθού της/ τους χαμένους έρωτες.

Ο έρωτας ίπταται συνεχώς πάνω από τον ποιητικό κόσμο του, άλλοτε σαν Νοσταλγία (όπως το ομώνυμο ποίημα) άλλοτε σαν προσμονή και πόθος κι άλλοτε  σαν Άνοιξη. 

Διαβάζω:

ΑΝΟΙΞΗ 

Στου ανέμου τις πνοές

η μυροφόρα άνοιξη

φεγγοβολά,

μια κρυστάλλινη κοπέλα

με ολόισια μαλλιά μακριά

να ανεμίζουν,

το καλοκαίρι προσμένει

στης θάλασσας το κόκκινο κύμα

να αγνιστεί

ψυχή καθάρια

από του χειμώνα τον θάνατο 

Ο ποιητής παράκτιος μα η ερημιά της ακρογιαλιάς δυσβάσταχτη κι εκείνος επιθυμεί ν’ αναζητήσει τον Άλλον για να ενωθεί μαζί του. Αποφασίζει να μπει στην ενδοχώρα. Μια αμαρτία, εκεί,  νεκρώνει τους ανθρώπους.  

Διαβάζω:

ΑΜΑΡΤΙΑ

Βαθιά στην ενδοχώρα

συναντώ τους ανθρώπους

που είναι νεκροί

στου αλαλαγμού την ανεμοθύελλα

ζωντανοί φωνάζουν είμαστε,

εμείς σταματήσαμε

των πουλιών το κελάιδισμα,

τον ερχομό της αυγής,

κρύψαμε τον ήλιο,

είμαστε Πρωτόπλαστοι,

είμαστε Έσχατοι 

Η στείρα ζωή της ενδοχώρας θολώνει το βλέμμα των ανθρώπων κι αντιλαμβάνονται την ομορφιά σαν ασχήμια. Τα μάτια της ψυχής τους κλειστά˙ δεν βλέπουν τον κίνδυνο. Η πόλη πεθαίνει, ο ήλιος σε έκλειψη˙ το φως   γύρω μας   λιγοστεύει. Ο θάνατος της πόλης θα σημάνει τον θάνατο του πολιτισμού.

Διαβάζω:

ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Οι γκρίζες σταγόνες της βροχής

συννεφιάζουν τις μαύρες ψυχές

που στην άβυσσο περιδινίζονται ,

κάστρα ψηλά χτίζουν

να φυλαχθούν από τους πολεμιστές,

με μανία περιφρουρούν το βασίλειο,

μια φωνή που έρχεται

του καλοκαιριού η ολόδροση αύρα

τις σχισμές διαπερνά των τοίχων,

ψιθυρίζει τρυφερά,

Εκείνος που ζει για τον εαυτό του,

να ζει δεν άρχισε ακόμα

Εδώ η κραυγή του ποιητή για τον ατομισμό που μας χωρίζει από τον Άλλον κι αυτή η διαίρεση μας καταστρέφει.

Ο δρόμος του ποιητή μέσα στην ενδοχώρα είναι, δύσβατος γεμισμένος/ με στάλες αίμα/ από αγκάθινα στεφάνια.

Όμως εκείνος μας προειδοποιεί. Το μέλλον του κόσμου δεν έχει ελπίδα αν δεν αλλάξουμε τρόπο σκέψης . Όσο δεν αντιμετωπίζουμε τις πληγές μας, όσο δεν αντικρίζουμε  το ιστορικό παρελθόν μας με βλέμμα και στοχασμούς καθάριους, τόσο οι πληγές μας θα αιμορραγούν κι ο πόνος, που διασαλεύει τον νου, θα μάς οδηγεί στα παγωμένα μονοπάτια μιας ανέλπιδης ζωής.   Αναφέρομαι στο ποίημά του  Η χαμένη ελπίδα, ένα ποίημα βαθιά πολιτικό.

Διαβάζω:

Η ΧΑΜΕΝΗ ΕΛΠΙΔΑ

Λευκή ανεμόσκαλα οι νιφάδες,

στην πηγή τού καλοκαιριού πλησιάζω,

από μακριά βλέπω ολοκάθαρα

σα χαλί το κόκκινο χιόνι κεντημένο

τους παγωμένους να τυλίγει ανθρώπους,

ακούω ήχους βαρείς,

σαλπίσματα οριστικά,

πληγές παλιές

από τα κρυοπαγήματα ανοίγουν

Άνθρωποι ανέλπιδες

Τελικά, ο ποιητής επιστρέφει στη θάλασσα του, αλλά δεν μας απαρνείται. Αντίθετα, συμπάσχει με τα δεινά μας: τον φόβο, την απώλεια, τις σκιές, τον αέναο κύκλο του θνήσκοντος έρωτος, τον αέναο κύκλο του  ηττημένου ανθρώπου και του πόνου. Η θλίψη αιώνια διαρκεί, διαπιστώνει κι η ψυχή του θρηνεί για μας και στέλνει το μήνυμα: έτσι θα περιδινείται ο άνθρωπος,  όσο δεν αποφασίζει να εγκαταλείψει την ενδοχώρα για να συναντήσει τον ενάλιο ποιητή, εκείνον που ανήκει στη θάλασσα. Εμείς σωπαίνουμε. Τότε εκείνος ερημώνει. Καθισμένος στην ακρογιαλιά συνομιλεί με τον Θάνατο του. Δεν τον φοβάται γιατί εκείνος έχει, ήδη, αναμετρηθεί με τις σκιές του. Άλλωστε το ξέρει: την ύστατη στιγμή   ο άπειρος Ληξίαρχος / τ’ όνομά σου φωτίζει.

Εκεί, στην εσχατιά του κόσμου ολομόναχος, ο Τριαντάφυλλος  Σερμέτης είναι ο μεγάλος ερωτευμένος της ζωής. Γιατί σ’ ολάκερη τη γη, κανένας ποτέ δεν έγινε ποιητής προτού πεθάνει για έναν Έρωτα. Γι αυτό ο Σερμέτης  παραμένει ανυποχώρητος. Τροφοδοτεί τον αγώνα του χαράζοντας με το δάχτυλο πάνω στο Στερέωμα τις λέξεις των μεγάλων νοημάτων: Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Ανάσταση, Αθανασία... Αρνείται εκείνην τη μισή ζωή (…) της εφήμερης αλλοίωσης /που την ψυχή σκουριάζει. Αντικρίζει κατάματα την Αλήθεια της ύπαρξής του ακόμα κι όταν αυτή η αλήθεια  τον πληγώνει.   

Ο ποιητής, συχνά, αιωρείται πάνω από την άβυσσο, άλλοτε μελαγχολεί˙ ωστόσο, αρνείται να κρυφτεί στη σκιά της αναλήθειας. Αντίθετα, εξομολογείται: Η πόρτα μικρή/ ολάκερος γαλάζιος ουρανός εμπρός μου/ που ποτέ δεν διάβηκα.   

 Ο ποιητής μάς απλώνει το χέρι και μας καλεί να τον συναντήσουμε, ανοίγοντάς μας τον δρόμο σπαραχτικά με το κόκκινο κύμα, το αίμα της αιμάσσουσας ψυχής του. Άλλωστε, εκεί σιμά του στην ακροθαλασσιά, εκεί κείται ο έρωτας,  που περιμένει να ενσαρκωθεί. Αξίζει να διανύσουμε την απόσταση για να τον συναντήσουμε.

Τριαντάφυλλε, σού εύχομαι ολόψυχα να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου. 

Αναστασία Βούλγαρη

Πολυχώρος Αίτιον

Αθήνα 15/4/2016

 

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD