Παρουσιάσεις

Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης-Παρουσίαση στο πολιτιστικό κέντρο "Γιάννης Ρίτσος" στο Αιγάλεω

Καλησπέρα σας,

Επιστρέφω στη συνοικία που γεννήθηκα. Στη δικιά μου συνοικία των παιδικών ονείρων. Λαμψάκου 2 και Ελλησπόντου, στο προσφυγικό σπιτάκι με την τραπεζαρία με τις ακατέργαστες σανίδες και το εικονοστάσι στην κρεββατοκάμαρα.

Μέσα στο χαμηλό κουζινάκι με το ψυγείο του πάγου και τον νεροχύτη μισόν από μάρμαρο μισόν από χρωματιστό χαλίκι, η θεία Χρυσούλα, η αδελφή του παππού μου, γράφει γράμμα στον θείο Γιώργο, τον αδελφό της μαμάς μου, ο οποίος κάνει τη θητεία του στην αεροπορία. «Θεία, γραψ’ του ότι τον αγαπώ πολύ», την παρακαλάω γιατί δεν γνωρίζω ακόμα γραφή κι ανάγνωση.

Τα πρωινά, η μεγάλη μαύρη δαγκάνα του παγοπώλη αφήνει έξω από την πόρτα μας ένα κομμάτι πάγο. Τα απογεύματα η μεγάλη χτιστή μπανιέρα του λουτρού γίνεται η προσωπική μου λίμνη, όπου λούζομαι μαζί με τις κούκλες μου.

Ο κήπος μας έχει ένα πηγάδι, στο δέντρο κρέμεται το μεταλλικό βρυσάκι. Στ’ αριστερά του κήπου η σκάλα που οδηγεί στην ταράτσα-καράβι με θέα τον Σαρωνικό.

Σ’ εκείνη τη γειτονιά γνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου μιαν αγάπη διαφορετική από την μητρική και την οικογενειακή. Την αγάπη τού διπλανού σου. Αυτήν την αγάπη δεν την ξαναβρήκα ποτέ και πουθενά, έξω από την οικογενειακή εστία.

Η μητέρα εργαζόταν σκληρά, το ίδιο κι ο πατέρας. Τους έβλεπα λίγο, μού έλειπαν πολύ. Η θεία Χρυσούλα προσπαθούσε να καλύψει το κενό.

Η θεία είχε ταξιδέψει με το καράβι της προσφυγιάς και του ξεριζωμού, που απέπλευσε από τη φλογισμένη Σμύρνη το 1922 για να καταλήξει, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, στα προσφυγικά του Αιγάλεω.

Τα καλοκαίρια, όλη η γειτονιά έβγαζε τις καρέκλες στο πεζοδρόμιο και γινόμασταν όλοι μια παρέα. Μασούσαμε ηλιόσπορο κι οι μεγάλοι κουβέντιαζαν σιγανά, ευγενικά και  χωρίς φωνασκίες. Ο δρόμος μύριζε γιασεμί και βασιλικό.

Ο Μιχάλης ήταν φοιτητής της οδοντιατρικής. Νοίκιαζε το καμαράκι της αυλής. Το ίδιο καμαράκι είχε ενοικιάσει κι ο μπαμπάς μου το 1958 κι έτσι γνώρισε την μαμά μου. Μια μικρή «αυλή των θαυμάτων» το προσφυγικό της θείας Χρυσούλας. Μόνον που η δική της αυλή είχε εκείνη την αρχοντιά που μόνον οι Σμυρνιοί ήξεραν να επιβάλλουν γύρω τους κι ας ήταν φτωχοί και ξεριζωμένοι. 

Απέναντι από το σπίτι μας ήταν το σπίτι της πνευματικής μου μητέρας, της νονάς Μαρίας. Η Μαρία είχε δυο παιδιάκια. Τον Δημήτρη και την Γιούλα. Ο Δημήτρης ήταν μεγαλύτερος από εμένα… Σαν έφυγα από τη γειτονιά, χαθήκαμε... Κάποτε, εντελώς τυχαία, ξαναβρεθήκαμε κι ύστερα μια Δευτέρα πανηγυρίσαμε με την μαμά, γιατί ο Δημήτρης Μπίρμπας είχε εκλεγεί Δήμαρχος. Για εμάς τις αθεράπευτα συναισθηματικές ήταν μια νίκη της γειτονιάς μας.

Τις προάλλες διαβάσαμε στο διαδίκτυο ότι στην οδό Ελλησπόντου κατοικούσε ο φοιτητής και  στέλεχος της ΕΠΟΝ Κώστας Γιαννόπουλος. Ήταν ποιητής. Εκτελέστηκε στις 7 Μαΐου  1948 στην Αίγινα. Το 1951 τιμήθηκε, μετά θάνατον, για το ποιητικό του έργο με το βραβείο Λένιν. Ας μου επιτραπεί να του αφιερώσω την σημερινή μας εκδήλωση.

Το σπιτάκι της οδού Λαμψάκου, το πρώτο και το τελευταίο σπίτι της καρδιάς μου, θα το βρείτε στα βιβλία μου: Και στο βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε «Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης» αλλά και  στο Μονόπρακτό μου το «Κάποιος να με φωνάξει», που ελπίζω να έχει την τύχη, κάποτε, να παρουσιαστεί στο Αιγάλεω.

Η πρώτη μου γειτονιά με συντροφεύει πάντα κι ύστερα από έναν κύκλο ζωής 50 χρονών ξαναγυρνώ εδώ, στο Αιγάλεω, με την φλόγα της αγάπης  άσβηστη και σας ευχαριστώ που είστε εδώ και με τιμάτε με την παρουσία σας.     

Αναστασία Βούλγαρη

Αιγάλεω, 17/5/2016

******

ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΥ 

κοινωνικής ανθρωπολόγου

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής

Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης

της Αναστασίας Βούλγαρη

 

Μαρία Αρβανιτοπούλου – Αιγάλεω, 17/5/2016

Καλησπέρα σας! Να ευχαριστήσω κι εγώ με τη σειρά μου την Αναστασία τη Βούλγαρη για την τιμή που μου έκανε να μιλήσω για τη δική μου κατανόηση της ποιητικής της συλλογής Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης.

Με τη συγγραφέα και ποιήτρια έχω προσωπική σχέση. Όταν λοιπόν η Αναστασία η Βούλγαρη μου ζήτησε να μιλήσω για το βιβλίο της, η πρώτη μου αντίδραση ήταν σάστισμα: πώς μπορώ εγώ, ως κοινωνική ανθρωπολόγος χωρίς φιλολογικό υπόβαθρο και σπουδή στην ποίηση, να μιλήσω για ένα ποιητικό έργο και τι να πω; Κι έτσι αποφάσισα να σιωπήσω. Κι όταν σιωπάς, ακούς και νιώθεις.

Και άρχισα ξανά να διαβάζω την ποιητική αυτή συλλογή. Κι από το πρώτο κιόλας απόσπασμα, ανακάλυψα ότι από το πόνημα αυτό αναδύεται μια σειρά από δυαδικότητες.

Διάβαζα με δύο κυρίως ταυτότητες στο προσκήνιο: αυτή της κοινωνικής ανθρωπολόγου κι αυτή της Ελληνίδας. Κι ευθύς αμέσως συνειδητοποίησα ότι περισσότερο διάβαζα ως Ελληνίδα παρά ως γυναίκα κινούμενη ανάμεσα σε τρέχοντες «γυναικείους» ρόλους. Κι εκεί που περιδιάβαινα περιγραφές εξωτερικών καταστάσεων που αναγνώριζα με τη νόηση, το ίδιο κείμενο με πέταγε βαθιά σε εσωτερικούς διαλόγους που με συγκινούσαν συναισθηματικά. Κι εκεί που φωτογραφιζόταν η στιγμή, να ‘σου και η απώλεια του χρονικού στίγματος, η διάσταση η διαχρονική. Κι εκεί που αναγνώριζα τη γραμμικότητα των γεγονότων, εκεί επιβεβαίωνα ξανά και ξανά μέσα μου την ουσιαστική κυκλικότητα του χρόνου.

Θα επιχειρήσω να διατρέξω εν συντομία το παρόν έργο της Αναστασίας όπως το κατανόησα εγώ διαβάζοντας και βιώνοντάς το ως απλή αναγνώστρια. Με απασχόλησε ιδιαίτερα το ότι καθώς διάβαζα τα ποιήματα με τη σειρά που τα έχει παραθέσει η ποιήτρια, το ένα μετά το άλλο, μου αποκάλυπταν σιγά σιγά μια δομή που έβγαζε νόημα, και το όλο έργο γινόταν ένα σύνολο του οποίου τα επιμέρους κομμάτια είχαν δική τους ζωή, αλλά και μια ξεχωριστή ζωή ιδωμένα όλα μαζί, ως ένα οργανικό σύνολο.

Η ποιητική συλλογή Το φως λιγόστεψε στην άκρη της πόλης ξεκινά με ένα ιδιότυπο «Ας συστηθούμε! Να σας δείξω την ιστορία μου, την κληρονομιά που γνωρίζουν τα κύτταρά μου. Να σας δείξω τις εικόνες, τους ήχους, τα ήθη και το ήθος που αντηχεί μέσα μου και στο οποίο ανταποκρίνομαι, να σας βάλω στο σπίτι μου».

Ένα «Καλώς ήρθατε στα μεγέθη τα Ελληνικά που τιμώ», ένα ειλικρινές άνοιγμα της καρδιάς στον αναγνώστη, μέσα από μια ιστορία που γνωρίζουμε, γεμάτη σύμβολα σχεδόν αρχετυπικά, που δεν χωρούν σε λόγια, κι όμως, να που χωρούν. Μια ιστορία επιλογών μέρα με τη μέρα, ξανά και ξανά, προσωπικής ευθύνης, υπό την έννοια του ευθύ νου, ένα υπόδειγμα στάσης απέναντι στα ιερά και τα όσια, δοσμένο μέσα από την αφήγηση της προσωπικής πορείας και του αξιακού συστήματος του Ραψωδού, τον οποίο ο αναγνώστης εύκολα θα αναγνωρίσει.

Ένας ύμνος στη δύναμη ενός ανθρώπου και της τέχνης του να αλλάξει τα δεδομένα, επανειλημμένα. Αν μη τι άλλο, το πρώτο ποίημα με τίτλο Γύρισε ο χρόνος ανάποδα, το τόσο πυκνό συμβολισμών και νοημάτων, αυτή την εποχή της γενικευμένης σύγχυσης είναι πιο επιτακτικό από ποτέ να το γνωρίζουμε. Σαν μια φωτεινή σκυτάλη, άπαξ και το διάβασες δεν μπορείς να κλείσεις τα μάτια στην προσωπική σου ευθύνη. Κλείνει το ποίημα:

«Εν αρχή ην ο λόγος, είπε ο θεός

κι έφτιαξε τον χρόνο.

Όταν τον άνθρωπο έκαμε,

για να ‘ναι λεύτερος,

έστειλε τις μεγάλες διδαχές.

Τον Απόλλωνα ν’ αποθέσει λόγο και μέτρο,

τον Φαέθωνα να του θυμίζει τα όρια να μην περνά

τον Διόνυσο να του διδάξει πώς να τα ξεπερνά

όταν ακούει το σάλπισμα της ιστορίας.

Έτσι γεννήθηκαν οι ήρωες.

Το χώμα σας ποτισμένο με αίμα

λευτεριά

μέτρο

και δεκαπεντασύλλαβο.

Γυρίστε εσείς ανάποδα το χρόνο.

Έτσι μίλησε ο Ραψωδός κι έτη πολλά έμεινε στον Όλυμπο, ώσπου η πόλη τον αναζήτησε. Εκείνος αμετανόητα ταμένος στην ελευθερία και την ευτυχία του Ανθρώπου, επέστρεφε με την μικρή του λύρα για να τραγουδήσει και να γυρίσει τον χρόνο ανάποδα… ξανά και ξανά έως την απελευθέρωση του κόσμου…»

Κι αφού η ποιήτρια καταδείξει τις βασικές γραμμές που την καθοδηγούν και την καθορίζουν, με μια απόλυτη φυσικότητα που προϋποθέτει εσωτερική γενναιότητα και γενναιοδωρία, ψηλαφεί, ορίζει και προσφέρει απλόχερα το προσωπικό στίγμα. Διηγείται μια ιστορία μέσα στην Ιστορία, ένα προσωπικό εδώ και τώρα, μια αποκωδικοποίηση των καταγραφών στο DNA όπως προβάλλονται στη Γυναίκα με τα Μαύρα που ζει, εσωτερικεύει, σχετίζεται (και όχι απλώς διαντιδρά) και επιδρά στην Αθήνα του σήμερα.

Και συνεχίζοντας, εκπλήσσομαι: καθώς φαίνεται στη συνέχεια, για την Αναστασία, το προσωπικό δεν έχει και πολλές πολλές κουβέντες με το ατομικιστικό. Κι έτσι από το προσωπικό βίωμα περνά με ευκολία στη διήγηση του συλλογικού, θαρρείς πως το έχει πιάσει από το χέρι, πως το είχε πάντα από το χέρι κι ο αναγνώστης ήταν αυτός που έκανε το διαχωρισμό. Και τώρα, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν ο αυτόματος και αβασάνιστος διαχωρισμός προσωπικού και συλλογικού στον οποίο υπέπεσε, αν τελικά ευθύνεται κι αυτός για τις συνθήκες προδοσίας που δημιουργούμε και που βιώνουμε γύρω μας. Και βέβαια, το διαχρονικό Εμείς, με το τωρινό εμείς και το προσωπικό βίωμα τώρα συνυπάρχουν αρμονικά, και προς στιγμήν εντυπωσιάζομαι καθώς αντιλαμβάνομαι πώς η ποιήτρια έπλεξε την Ιστορία με την ιστορία και τις ιστορίες, παραθέτοντας τα ποιήματά της με τη συγκεκριμένη σειρά.

Και συνεχίζω να διαβάζω. Υπάρχει προφανώς και βαθύτερα, ίσως το πιο βαθύ επίπεδο που μπορώ αυτή τη στιγμή να κατανοήσω. Ο Δρόμος σταμάτησε τα χρόνια δεν αφήνει περιθώριο στον αναγνώστη να κρυφτεί. Ένας διάλογος παρατίθεται εδώ: στο ποίημα μέσα, ΕΓΩ και ΕΚΕΙΝΗ μπαίνουν σε συνδιαλλαγή, κι ενώ έχω τακτοποιήσει το ρόλο του ΕΓΩ, πολύ σύντομα συνειδητοποιώ ποια είναι ΕΚΕΙΝΗ. Μα βέβαια! Πώς συνεχίζει κανείς να στέκεται με θάρρος και αίσθημα ευθύνης, να ανταποκρίνεται και να ανταπεξέρχεται στις πραγματικότητες που φτιάχνει, στις πραγματικότητες που ζει, αν δεν αγγίξει τον εσωτερικό του διάλογο; Αυτή είναι η μεγάλη στιγμή της βαθιάς βουτιάς προς τα μέσα, της αναζήτησης των εσωτερικών μαργαριταριών του κατάδικού μας κομματιού που περιμένει υπομονετικά αυτή τη συνάντηση, που τελικά κι αυτό το εσωτερικό κομμάτι είναι μια απόληξη του όλου. Η αναζήτηση των απαντήσεων εντός, στα κομμάτια όπου λειτουργεί η σκέψη, καταγράφεται η προσωπική πορεία, και πάλι ξεκάθαρα συναντιέται με την ανεξίτηλα γραμμένη μέσα στον καθένα μας συλλογική μνήμη.

Έχοντας περπατήσει τούτη τη διαδρομή και περπατώντας την ξανά και ξανά, η απόφαση ενός Όρκου στο παρόν μοιάζει η μόνη επιλογή ζωής, καθώς ο άνθρωπος αντλεί την εσωτερική δύναμη να αναγεννηθεί. Στρογγυλός λόγος, χωρίς αιχμές και γωνίες, λόγος που εμπεριέχει: λόγος θηλυκός, χωρίς κοινωνικά επιβεβλημένα φτιασιδώματα, γενναίος, βαθύς, αμείλικτα ειλικρινής. Η ποιήτρια ξεμπροστάζει το ψέμα της τελειότητας μπροστά στο μεγαλείο της επάρκειας:

«Το κεφάλι όμως δεν το ‘σκυψα. Ούτε ματαίωσα τα λόγια μου από φόβο. Σε φίλο ή εχθρό ποτέ μου δεν γονάτισα. Την αγιότητα δεν τη θέλησα. Περιγελούσα τους αναμάρτητους, τους είχα για δειλούς. Εμένα μ’ άρεσε να με καίνε τα σφάλματά μου. Με τη φωτιά που άναβαν στα σωθικά μου έβλεπα μέσα μου, μάθαινα να προχωρώ άφοβα και να κρατώ παρθένα την ψυχή μου».

Αν κανείς περιμένει ένα χάδι στα αυτιά, μια κάποια υπεκφυγή, τούτη η ποιητική συλλογή δεν είναι καμωμένη για αυτόν.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται από οποιονδήποτε γνωρίζει ανάγνωση και είναι απόλυτα κατανοητό μέσα στην απλότητά του, απαιτεί ωστόσο μια άλλη βασική προϋπόθεση για να μπορέσει να περιηγηθεί κανείς στις σελίδες του: αγνότητα και πρόθεση να είναι κανείς ειλικρινής, αληθινός, κι αν έχει ξεχάσει, να είναι ανοιχτός να θυμηθεί.

Από την αρχή έως το τέλος, πρόκειται για ένα βιβλίο που πονά μόλις κλείνεις τα μάτια ή προσπαθείς να βολέψεις όπως όπως το οτιδήποτε στα μέτρα των προσωπικών σου επιλογών και απελευθερώνει, ανακουφίζει αν διαβαστεί από καρδιάς.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που ένας έφηβος ή μια γερόντισσα μπορούν να κατανοήσουν βαθιά πολύ πιο εύκολα  από μια σπουδαγμένη κοινωνική ανθρωπολόγο –και αν δεν κατέληγα σε αυτή τη βασική παραδοχή, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω παραπέρα. «Επιτέλους, ποίηση γραμμένη στις μέρες μας που κατανόησα βαθιά» ήταν η πρώτη αντίδραση ανθρώπων με τους οποίους κουβέντιασα, μόλις διάβασαν ετούτη την ποιητική συλλογή.

Προϋποθέτει γενναιότητα, αλήθεια, να μη φοβάσαι να γίνεις πλήρως κατανοητός, να μη ντύνεις τις λέξεις σου με ροζ φο μπιζού ή με επιφανειακά δράματα, και να υπηρετείς το πυκνό εννοιών κι όχι το διφορούμενο, το μεν πυκνό εννοιών πολυεπίπεδο κι αποκαλυπτικό, το δε διφορούμενο απλώς πολύπλοκο και χαοτικό.

Σας ευχαριστώ πολύ!

*************************************************

Ολόκληρο το βίντεο της παρουσίασης 

http://www.ibdb.gr/boulgari-anastasia-to-fos-ligostepse-stin-akri-tis-polis/

 

 

 

 

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD