Παρουσιάσεις

Μίκης Θεοδωράκης, Μονόλογοι, Διάλογοι και το Μονοπάτι προς το μέλλον: Συνοπτική παρουσίαση

 Την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017, στο Θέατρο «Έαρ Βικτώρια» παρουσιάστηκε το νέο μου βιβλίο «Μϊκης Θεοδωράκης, Μονόλογοι, Διάλογοι και το Μονοπάτι προς το μέλλον: Συνοπτική παρουσίαση»

Όλο το υλικό της εκδήλωσης. Βίντεο, φωτογραφίες, ομιλίες. 

 

  

Βίντεο

Φωτογραφίες 

   

ΟΜΙΛΙΕΣ

Εισήγηση του Γιώργου Κασιμάτη στην παρουσίαση του βιβλίου της Αναστασίας Βούλγαρη «Μονόλογοι, Διάλογοι και το Μονοπάτι προς το μέλλον»

(Απομαγνητοφώνηση)

Να ευχαριστήσω κι εγώ με τη σειρά μου την αγαπητή Νατάσα Βούλγαρη για την  αιτία, το θεωρώ τιμή, αφενός μεν να μιλήσω για ένα νέο βιβλίο υψηλής ποιότητας και το δεύτερο είναι, πάντοτε, να μιλήσω για τον μεγάλο Έλληνα, τον συμπαντικό Έλληνα, όπως είχα γράψει σ’ έναν πρόλογο, σ’ ένα άρθρο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, όπως είχα γράψει στον πρόλογο του βιβλίου του «Μονόλογοι» (ενν. «Μονόλογοι στο λυκαυγές») είναι, πέρα από την ιδιότητα του μεγάλου συνθέτη, του συμπαντικού συνθέτη, πέρα από αυτή τη μεγάλη ιδιότητα και ικανότητα , είναι και σπουδαίος  δημιουργός του πεζού λόγου και του ποιητικού, θα έλεγα όλων των ειδών του λόγου. Αυτό δεν είναι πολύ διαδεδομένο, γιατί είναι φυσικό να επισκιαστεί αυτή η ιδιότητα, αυτή η ικανότητα, η δημιουργία του η συγγραφική από το μεγάλο μουσικό του έργο.

Αποτελεί ένα σπάνιο, για να μην πούμε ένα μοναδικό παράδειγμα, για τις μικρές μου γνώσεις  ως προς τις προσωπικότητες των συνθετών παγκοσμίως, σκέφτομαι ότι εγώ τουλάχιστον έχω καταλήξει ότι είναι το μοναδικό φαινόμενο, ένα σπάνιο φαινόμενο (…) ένας συνθέτης αυτού του μεγέθους να έχει ένα έργο πεζό υψηλής ποιότητας ποιητικού λόγου, υψηλής ποιότητας πολιτικού λόγου και υψηλής ποιότητας φιλοσοφικού λόγου.

Συνήθως οι συνθέτες μπορούν να εκφράσουν τα πάντα, οι μεγάλοι συνθέτες, μέσα από τους στίχους, αλλά να έχουν το χάρισμα με τον γραπτό λόγο να εκφράζονται τόσο υψηλά και με τόσο πλούτο με τη σημερινή προσφορά, με το συγγραφικό τους έργο…

Το συγγραφικό έργο, να προσθέσουμε και το έργο το οποίο είναι γραπτό, όχι εκείνο που το έγραψε με το χέρι του, το αφηγήθηκε, επομένως αυτό δεν το έχουμε, δεν το βρίσκουμε.

Επίσης,    αυτό το οποίο διακρίνει τον Μίκη, πραγματικά, είναι το βάθος με το οποίο εισέρχεται με τις σκέψεις του. Συνήθως, η τέχνη εισέρχεται στα άδυτα της γνώσης· με την τέχνη, την αισθητική, αλλά όχι με τον γραπτό, συνειδητό λόγο και γι αυτό αυτή η μοναδικότητα του Μίκη είναι τόσο σπάνια, τόσο δυσεύρετη στην Ιστορία.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, επίσης, έχει μια φιλοσοφική στάση, η οποία συλλαμβάνει το Όλον, έχει μια ολιστική σκέψη και αυτή είναι η μεγάλη παράδοση την οποία ακολουθεί η ελληνική σκέψη. Αλλά πριν μπω στη σκέψη του Μίκη Θεοδωράκη θα ήθελα να πω ότι αυτόν τον πλούτο της προσωπικότητας τον εξέφρασε κυρίως στους «Μονολόγους» (και σε άλλα έργα του), αλλά εκεί βλέπει κανείς μια συμβολική στάση πνευματικής ζωής, εκεί βλέπει κανείς τη φιλοσοφική στάση του Μίκη Θεοδωράκη, και αυτή τη στάση τη φιλοσοφική απέναντι στον κόσμο, στον  Άνθρωπο, την εκφράζει κατά τον άριστο τρόπο, θα έλεγα, με το βιβλίο της η Νατάσα Βούλγαρη. Το συνιστώ γιατί με αυτό το βιβλίο θα μπορεί κανείς, θα μπορείτε να μπείτε μέσα στο πραγματικό, μέσα στο βαθυστόχαστο έργο του Μίκη Θεοδωράκη.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, όπως είπα, είναι ένας φιλόσοφος συνθέτης και οι συνθέσεις του και η μουσική του εισέρχεται εις τα άδυτα, όπως είπαμε, του κόσμου και του Ανθρώπου. Πρώτα πρώτα εισέρχεται στη διαλεκτική, με το βάθος της διαλεκτικής και της Ιστορίας και του κόσμου,  και αυτό είναι το βάθος της Ύπαρξης. Το εκφράζει μέσα στα βιβλία του και στη «Συμπαντική Αρμονία» και στους «Μονολόγους» και όπου αλλού εκφράζει τις βαθύτερες σκέψεις του. Και επίσης τη διαλεκτική την εκφράζει με τη ζωή του.

Η ζωή του ολόκληρη είναι μία μοναδικότητα, το έχω γράψει και σε άλλη θέση, μοναδικότητα μεγάλου καλλιτέχνη στον κόσμο της Ιστορίας να έχει δράση φιλοσοφικής διαλεκτικής, διαλεκτικής της Ιστορίας, διαλεκτικής του καλού και του κακού μέσα από την αισθητική της μεγάλης συμφωνικής δημιουργίας, αυτό είναι μοναδικό.

Η ζωή του ολόκληρη ήταν μία αντιπαλότητα της βιολογικής του ύπαρξης με το κακό. Πολλοί μπορεί να ήταν επαναστάτες συγγραφείς, μπορεί να ήταν επαναστάτες συνθέτες, ζωγράφοι (όπως η Γκουέρνικα του Πικάσο) και πάρα πολλοί δημιουργοί, αλλά στην πράξη κανένας. Και είχε την τύχη ο άνθρωπος, η ανθρωπότητα να γλυτώσει τη βιολογική του ύπαρξη και να γλυτώσει (…) Υπάρχει μια βαθύτερη οικονομία της διαλεκτικής του κόσμου  να σώζεται ο δημιουργός ακόμη και όταν μπαίνει στην τροχιά της. Έτσι, ευτυχώς, σώθηκε ο Μίκης Θεοδωράκης και σώθηκε το μεγάλο του έργο (…) και το έγραψε πρόσφατα –δεν σταματάει να γράφει και ούτε θα σταματήσει. Η ζωή του θα σταματήσει, όπως το έχω πει, με το μολύβι στο χέρι ή με τις νότες στο κεφάλι και με τον αγώνα του–, λοιπόν καταλήγει στην ειρήνη.

Θα πω δυο λόγια για την ειρήνη όπως το συζήτησα και μαζί του. Ότι το ύψιστο αγαθό είναι η ειρήνη. Λέει όμως όχι η ειρήνη της συναίνεσης και του συμβιβασμού, διότι τον προβάλλουμε για ειρήνη, αυτή δεν είναι ειρήνη των δημοκρατικών φιλοσόφων μας ούτε των κλασικών φιλοσόφων μας, ούτε γενικά της φιλοσοφίας, δεν είναι η ειρήνη που καταλύει τη διαλεκτική, τον διαλεκτικό αγώνα καλού-κακού, είναι η ειρήνη η οποία παράγεται μετά τη μεγάλη σύγκρουση, μετά από κάθε μεγάλη σύγκρουση καλού εναντίον του κακού. Και ανασαίνει η ύπαρξη για τα περαιτέρω βήματά της και αυτή η ειρήνη είναι (…) στον άνθρωπο, γιατί οι στιγμές της Ιστορίας είναι πολύ μεγαλύτερες από τη ζωή ενός ανθρώπου. Επομένως ειρήνη χωρίς (…) είναι σύνθημα όλων των συντηρητικών πολιτικών η ειρήνη. Θέλουν να συναινέσουν οι άλλοι με αυτούς, οι προοδευτικοί να παραιτηθούν από την πρόοδο να μην πηγαίνουν προς τα εμπρός και να μένουν στάσιμοι, στη στασιμότητα, στο τέλμα. Λοιπόν, αυτό δεν είναι η σκέψη του Μίκη Θεοδωράκη, θα πρέπει να γίνει πρώτα η σύγκρουση και γι αυτό παράγει και είναι βιολογική.

Η ειρήνη είναι η επώαση της δημιουργίας, αυτό εννοεί και ο Κωστής Παλαμάς όταν λέει «Μαραθώνες μάθετε, για να χτίσετε Παρθενώνες». Αν δεν γίνει η σύγκρουση η μεγάλη η πολιτική, δεν γεννιούνται Παρθενώνες, δεν γίνεται αυτή η τέχνη, αυτή η σοφία που γεννήθηκε τον 5ο π.Χ. αιώνα. Επομένως αυτά πάνε μαζί, οι αντιφάσεις.

Μιαν άλλη διάσταση την οποία βρίσκει κανείς πλούσια σε όλη τη ζωή, σε όλους τους αγώνες, σε όλη τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη είναι η πατρίδα.

Η πατρίδα πάει μαζί με την Ελλάδα, από αυτό δείχνει και μόνο η πατρίδα του Μίκη Θεοδωράκη δεν είναι μια εδαφική έκταση με ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε κάποια σύνορα και οι εκτός των συνόρων να είναι εχθροί. Η πατρίδα του Μίκη Θεοδωράκη είναι ο πολιτισμός εκείνος, η ταυτότητα εκείνη ενός λαού, της πολιτισμικής ιστορίας, η οποία είναι συμπαντική.

Ο πολιτισμός δεν είναι στενά εθνικός, η Ελλάδα δεν είναι ένα κράτος σαν τα άλλα, είναι ο πόλεμος του Ηράκλειτου που δημιουργεί τα πάντα. Ο πόλεμος είναι η δημιουργία, ο συνδετικός ιστός της Ύπαρξης. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να καταλάβει, να αντιληφθεί τον κόσμο και την αλήθεια, τίποτα δεν μπορεί να αντιληφθεί, εάν δεν παράσχει μέσα του τον  λόγο, γι αυτό πολύ σωστά οι σημερινές φιλοσοφικές σχολές που είναι η συνέχεια της αριστοτελικής σκέψης, όπως ο μαρξισμός, η νομολογία και ο εγελεανισμός, όλες αυτές οι σχολές βλέπουν ακριβώς αυτόν τον ιστό της αρμονίας, που πρέπει να αποκαθίσταται όταν διαταράσσεται από το κακό –το καλό και το κακό είναι δημιουργήματα του ανθρώπου– δεν μας το έθεσε κάποιος Εκτός και έτσι το αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό είναι το κακό και το πολεμάμε και αυτό δεν είναι απλή σκέψη και θεωρία και φαντασία.

Το κακό κάθε φορά δεν έχει απόλυτη αλήθεια, αλλά το κακό είναι κάθε φορά αυτό που έρχεται σε σύγκρουση με τη ζωή και την ύπαρξη, με την αρμονικότητα της ζωής, γιατί αυτή είναι το ευ ζην το αριστοτελικό, είναι η αρμονική ικανοποίηση όλων των αναγκών της ανθρώπινης ζωής μέσα στην κοινωνία, μέσα στην κοινωνική συμβίωση, επομένως αυτό το καλό το προσδιορίζουν οι κάθε εποχές, άλλοτε σωστά ή προσωρινώς σωστά, ή σχετικά σωστά, άλλοτε καταστροφικά. Αλλά το κακό έρχεται συνεχώς σε σύγκρουση με την αρμονία, επομένως η βάση της ύπαρξης είναι η αρμονία και προς αυτήν αγωνίζεται η διαλεκτική να διαιωνίσει τον πολιτισμό, αυτό το πέτυχαν μόνον οι Έλληνες σ’ αυτήν την έκταση, να επιτύχουν  δηλαδή την αποδοχή του καλού που δημιούργησαν ( η δημιουργία τους σε όλη την έκταση του κόσμου, αυτή είναι η συμπαντικότητα) και αυτό το συλλαμβάνει ο Μίκης Θεοδωράκης και το εκφράζει μέσα στους «Μονολόγους», όπως και σε πολλά άλλα άρθρα που έχει γράψει.

Το εκφράζει διότι βλέπει ότι η συμπαντική αρμονία δεν είναι μόνον ο ήχος, ο λόγος του ήχου, αλλά είναι και ο ήχος ο λόγος της γλώσσας, ο λόγος των χρωμάτων, ο λόγος ακόμα και της σύλληψης. Βλέπουμε ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε φερ’  ειπείν τις απαρχές της ύλης, τα εύθραυστα στοιχεία της ύλης, όπως είναι το άτομο, το μόριο, χωρίς να έχει μια αναλογική σχέση με τα μέλη του.

Δεν είναι δυνατόν να καταλάβει, να κατανοήσει ο Άνθρωπος κάτι το παράλογο, γι αυτό τα δόγματα, τα θρησκευτικά δόγματα και τα πολιτικά δόγματα, τα οποία έχουν καταστρέψει την ανθρώπινη σκέψη, τα πολιτικά δόγματα και τα θεολογικά θέλουν να δημιουργήσουν έναν εκτός λογικής κόσμο, τον οποίο τον λένε ακατανόητο, «ακατανόητες είναι οι βουλές του Κυρίου». Το ίδιο είναι και η πολιτική θεολογία, η πολιτική θεολογία είναι ακατανόητη, είναι ακατανόητες οι σκέψεις, αλλά πολύ σημαντικές και πολύ βαθιές ενός μεγάλου εξουσιαστή. Αυτά είναι τα δόγματα.

Η λογική θέλει ανάλυση, η ανάλυση γι αυτό και το χάος και η θεωρία του χάους.

Η θεωρία του χάους είναι όπως της θρησκείας, είναι εκεί που σταματάει η σκέψη, όταν ακούμε λόγους για θεωρίες του χάους, είναι κατανοητό, γιατί μας δείχνει, και αυτό είναι η λογική του χάους, ο λόγος του χάους είναι ότι εκεί δεν έχει πάει ακόμα η σκέψη μας, είναι η μαύρη τρύπα της σκέψης και αυτό είναι στον κλάδο της αστροφυσικής, εκεί που δεν έχει πάει η γνώση.

Αυτές όλες οι σκέψεις συνθέτουν τη συμπαντική αρμονία του Μίκη Θεοδωράκη και η μουσική του επίσης η μουσική του έχει ένα  τεράστιο πλεονέκτημα, το οποίο το αισθάνονται και οι ίδιοι οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν ένα πολύ υψηλό επίπεδο μουσικών, είναι η διαχρονική ελληνική μουσική με τις συμπαντικές προεκτάσεις και τις συμπαντικές της διαστάσεις.

Ο Μίκης Θεοδωράκης συνέλαβε την μουσική την σύνθεση του ήχου και την έκφραση του ήχου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η οποία δεν είναι σαν τις άλλες δεν έχουν στενή συνοριακή έκταση, είναι έξω από τα σύνορα γιατί ακριβώς αυτή η σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη είναι αναγνωρισμένη με τους ήχους και τον λόγο του σύμπαντος.

Με αυτά τα λίγα θα ήθελα να κλείσω και να συγχαρώ την Νατάσα Βούλγαρη, το βιβλίο το συνιστώ ειλικρινά και εγκάρδια γιατί θα προσφέρει πάρα πολλά στον αναγνώστη για το τεράστιο βάθος του λόγου και του μουσικού γιατί και η μουσική έκφραση είναι λόγος, η έκφραση των χρωμάτων είναι λόγος, η έκφραση του χορού είναι λόγος.

Επομένως, αυτός ο λόγος είναι ο ιστός που συνδέει τους ανθρώπους σε κοινωνία και πολιτική κοινωνία μάλιστα δηλαδή συνειδητή κοινωνία την οποία έχει καταλύσει σήμερα ο ατομικισμός του καπιταλισμού. Την συγχαίρω για αυτό το έργο και εύχομαι να δούμε και άλλα έργα της γιατί αξίζει η δημιουργία της Νατάσας.

Γιώργος Κασιμάτης

Θέατρο «Έαρ Βικτώρια»

Αθήνα, 13/12/2017

****************************************************************************************************************************************************************************************************************************

ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Τριαντάφυλλου Σερμέτη

Για το βιβλίο της Αναστασίας Βούλγαρη «Μίκης Θεοδωράκης, Μονόλογοι, Διάλογοι και Μονοπάτι προς το Μέλλον: Συνοπτική παρουσίαση» 

Θέλω να ευχαριστήσω την Αναστασία Βούλγαρη όχι μόνο γιατί με κάλεσε να παρουσιάσω το βιβλίο της, αλλά και γιατί μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να γράψω τον επίλογο του βιβλίου αυτού. Επίσης, να ευχαριστήσω θερμά τον Μίκη Θεοδωράκη διότι, μετά από δική του επιθυμία, θέλησε να μπει ως πρόλογος το κείμενό μου που διαλέγεται με το πρώτο κείμενο του Μίκη το «Μονοπάτι προς το Μέλλον», οπότε αισθάνομαι ότι συμμετέχω παρά πολύ ενεργά στο βιβλίο αυτό.

Η απόπειρα της Αναστασίας Βούλγαρη να παρουσιάσει συνοπτικά τα δύο βιβλία του Μίκη Θεοδωράκη το «Διάλογοι στο Λυκόφως» και το «Μονόλογοι στο Λυκαυγές», συνιστά ένα εγχείρημα ύψιστης σπουδαιότητας, γιατί διαχέει με ευσύνοπτο τρόπο στην Ελλάδα το φως, το φως ενός ανθρώπου. Η έννοια του φωτός θα μας απασχολήσει και στη συνέχεια, τουλάχιστον εμένα η έννοια αυτή με απασχολεί έντονα. Ταυτόχρονα, τα τρία κείμενα του Μίκη που αφορούν στη διαπίστωση της αγριότητας του πολιτισμού, ένα εκ των οποίων αποτελεί το Μονοπάτι προς το Μέλλον και επάνω εκεί ουσιαστικά αναφέρεται ο πρόλογος που συνέγραψα στο βιβλίο, συνιστούν στην πραγματικότητα ένα μανιφέστο συγκρότησης των κοινωνιών σε φιλοσοφικό και πολιτικό επίπεδο. Θα πρέπει να  συνειδητοποιήσουμε -και το συνειδητοποιούμε μέσα από το Μονοπάτι προς το Μέλλον που αναλύει πολύ εύστοχα ο Μίκης- ότι αυτό το κείμενο είναι μια παρακαταθήκη που θα έπρεπε να το διαβάσουν όλοι οι Έλληνες, διότι είναι ένας Μίκης που μας έρχεται από το μέλλον και όχι από το παρελθόν και μας δείχνει το μέλλον.

Είναι πασιφανές ότι ο δυτικός πολιτισμός, ο πολιτισμός των τελευταίων τριών αιώνων, ο διαφωτιστικός πολιτισμός, ο πολιτισμός του διαφωτισμού, το πνευματικό κίνημα που κυριάρχησε σε όλο το δυτικό κόσμο, είναι φανερό πλέον ότι διανύει το ιστορικό τέλος του. Και τούτο το διαβλέπουν καθαρά όσοι μπορούν να δούνε το δάσος και να μην βλέπουνε μόνο το εφήμερο ή το τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα ή τον επόμενο μήνα. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι  το πολιτιστικό αυτό παράδειγμα έχει φτάσει στα όριά του. Ο ίδιος ο Μίκης το αναφέρει χαρακτηριστικά μέσα στο κείμενό του στο Μονοπάτι προς το Μέλλον. Επίσης, είναι φανερό ότι στην ανάπτυξη του πνευματικού κινήματος του διαφωτισμού, που θα πρέπει να σημειώσουμε βέβαια σε αυτό το σημείο ότι στο πνευματικό κίνημα το διαφωτισμού, που  είναι ένα πολυποίκιλλο κίνημα και μέσα του είχε αντιθετικές θέσεις και ενδοσυγκρουσιακές τάσεις, κυριάρχησε ένα συγκεκριμένο μοντέλο και δεν είναι άλλο από αυτό που βιώνουμε σήμερα. Ο Μίκης ισχυρίζεται ότι το πολιτικό σύστημα, που σημειωτέον βασίστηκε στο πλαίσιο που έθεσε ο διαφωτισμός, έχει φτάσει πια στα όριά του και βρίσκεται στο τέλος του· άρα βρισκόμαστε στο τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ζούμε σε μια μεταβατική εποχή στην οποία δεν γνωρίζουμε πως θα πορευθούμε, δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα τον τρόπο του ζην, όμως κυοφορείται. Ο Μίκης αναφέρει στο κείμενό του στο Μονοπάτι προς το Μέλλον ότι χρειάζεται μια επαναξιολόγηση όλων των αξιών, ότι είναι ανάγκη να τα ξαναδούμε όλα από την αρχή. Και είναι σωστό τούτο, διότι το ιστορικό τέλος που βιώνουμε αποτελεί τη διαφορετική του ονομασία σημασιολογικά, αλλά ενέχει το ίδιο νόημα και η ονομασία αυτή είναι ο μηδενισμός. Ο μηδενισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αίσθηση ότι απαξιώνονται όλες οι αξίες, ότι δεν υπάρχει νόημα για ο,τιδήποτε και τίθεται στον άνθρωπο το ερώτημα για ποιο λόγο να ζει κανείς. Ο άνθρωπος ζει κατά κάποιο τρόπο α-νόητα, δίχως δηλαδή κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Θα ισχυριζόμουν ότι ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν ένα μωρό που περιφέρεται δίχως να γνωρίζει που θέλει να πάει.

Είναι γνωστό ότι στον Μεσαίωνα, μια εποχή που προηγήθηκε του διαφωτισμού, υπήρξε η λεγόμενη κυριαρχία του Θεού. Η κυριαρχία του Θεού σήμαινε ότι οι άνθρωποι ετεροπροσδιορίζονταν, δηλαδή υπήρχε η ετερονομία, που ετούτο σήμαινε ότι όλα περιστρέφονταν γύρω από τον Θεό, ο οποίος καθόριζε τα πάντα στην ζωή των ανθρώπων και κατά συνέπεια η ζωή αποκτούσε νόημα μέσα από την πίστη στον Θεό. Από την άλλη μεριά, μετά την Γαλλική Επανάσταση και την εγκαθίδρυση του πνευματικού κινήματος του διαφωτισμού, ο Θεός αποτινάσσεται και επέρχεται ο αυτοκαθορισμός της ανθρώπινης ύπαρξης που εκφράζεται με την αυτονομία του ανθρώπου. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή ο άνθρωπος έχει την αίσθηση ότι αυτός μόνος του με το λόγο και τη σκέψη του, δίχως υπερβατικές δυνάμεις, διαθέτει τη δυνατότητα να καταφέρει τα πάντα, δηλαδή με άλλους λόγους δεν υπάρχει η χρεία του Θεού για τον καθορισμό της ζωής· διότι αυτός ο κυριαρχικός, αφηρημένος και εξουσιαστικός Θεός καταπίεζε τους ανθρώπους με συνέπεια να τον εξοβελίσουν από τη ζωή τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η διάγνωση του Nietzsche τον 19ο αιώνα ότι ο Θεός είναι νεκρός, με άλλους λόγους ο άνθρωπος σκότωσε τον Θεό. Αν τον 19ο αιώνα ο άνθρωπος σκότωσε τον Θεό, τον 20ο και στις απαρχές του 21ου αιώνα ο άνθρωπος σκοτώνει τον Άνθρωπο, σκοτώνει τον ίδιο του τον εαυτό. Με αυτά τα δεδομένα ποιο μέλλον θα μπορούσε να έχει ο άνθρωπος; Στον ελληνικό χώρο το μέλλον πιστεύω ακράδαντα ότι διαπερνάται μέσα από εκείνο που σχηματικά ονομάζουμε ελληνικότητα. Αυτή μπορεί να συγκροτήσει και μια πρόταση ενός νέου πολιτιστικού παραδείγματος στον δυτικό κόσμο. Αμέσως παρακάτω θα εξηγήσω τι εννοώ με αυτή την ιδέα. Συνεχώς ακούγεται από διάφορες πλευρές η λέξη ελληνικότητα. Τι σημαίνει άραγε η λέξη ελληνικότητα; Έχει περιεχόμενο ή είναι μια λέξη κενή περιεχομένου; Υπάρχει ορισμός για την έννοια; Ισχυριζόμαστε συχνά ότι ο Μίκης εκφράζει την ελληνικότητα. Πως την εκφράζει ο Μίκης; Ειπώνεται συχνά ότι συνέθεσε μουσική επηρεασμένος από όλες τις εποχές, εκκινώντας από την αρχαία ελληνική μουσική, περνώντας στη βυζαντινή εποχή μέσω του ορθόδοξου χριστιανικού μέλους, συνενώνοντας τις μουσικές αυτές. Σωστά, θα πει κάποιος. Επίσης, συνένωσε τη λόγια μουσική με την παραδοσιακή, διαμορφώνοντας ένα νέο είδος μουσικής, τη λεγόμενη ‘’έντεχνη’’. Σωστό είναι και αυτό και από πολλούς περιγράφεται με αυτόν τον τρόπο η ελληνικότητα. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι κάτι πάλι μας διαφεύγει, καθώς συνεχίζει να παραμένει μια έννοια αρκετά αφηρημένη. Ας το δούμε λίγο πιο αναλυτικά το ζήτημα. Ο ελληνικός χώρος βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική θέση. Από τη μια μεριά υπάρχει ο δυτικός πολιτισμός, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, ο οποίος, στο πνευματικό του υπόβαθρο που προέρχεται από τον διαφωτισμό, βασίζεται στον ορθό λόγο. Από την άλλη μεριά υπάρχει ο ανατολικός πολιτισμός, ο οποίος βασίζεται στο ιερό, πιο απλά με άλλους λόγους στη συναισθηματικότητα. Η Ελλάδα, λοιπόν, ας μην το εκλάβουμε τούτο ως κράτος, αλλά σαν ελληνικό χώρο, το χαρακτηριστικό που είχε από την αρχαία ελληνική παράδοση ήταν ακριβώς η σύμπλεξη των δύο αυτών χαρακτηριστικών, δηλαδή του ορθού λόγου με το συναίσθημα. Αυτό το γεγονός, κατά τη γνώμη μου, ορίζει εκείνο που αποκαλούμε ελληνικότητα. Είναι ένα χαρακτηριστικό που αποτελεί μια μοναδικότητα και αποτελεί την ιδιαιτερότητα του ελληνικού πολιτισμού. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα, καθώς δεν συζητάμε για ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, αλλά για ιδιαιτερότητα. Αντίστοιχα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την ιδιατερότητα της γερμανικότητας, της γαλλικότητας, της ιταλικότητας κ.λπ. Η ένωση που επιχείρησε ο Μίκης του λόγιου με το παραδοσιακό, που ονομάστηκε ‘’έντεχνο’’, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ένωση του ορθού λόγου με την εσωτερική διάσταση, δηλαδή την ψυχή. Η εποχή που επήλθε μετά τη δεκαετία του ‘70, όπου κυριάρχησε η άψυχη μουσική, η μουσική θα έλεγα του ορθού λόγου, της επιφάνειας και της καταναλωτικής υλιστικότητας, δεν ήταν άσχετη με τη στεγνή σκέψη του ορθολογισμού ή την εποχή του στείρου ατομικισμού. Για αυτόν το λόγο είναι εμφανής η πνευματική καθίζηση. Η συνένωση του ορθολογισμού με το συναίσθημα είναι εκείνη που συνέχει την Ύπαρξη. Η Ύπαρξη συνίσταται από τη σωματικότητα, την αισθητότητα, το νου, τη σκέψη, το πνεύμα, την ψυχή. Ο Μίκης, λοιπόν, αυτά τα χαρακτηριστικά διαθέτει ως άνθρωπος και για αυτόν το λόγο διαβλέπουμε ότι εκφράζει την ελληνικότητα. Η μουσική είναι η συναισθηματική εσωτερική κατάσταση, κατά την οποία, μέσω της συμπαντικής αρμονίας, έρχονται στον Μίκη οι μουσικές νότες ενορατικά στον εσώτερο κόσμο του, μέσα από την απέραντη θάλασσα του άπειρου σύμπαντος, μορφοποιώντας τις μουσικές σφαίρες σε αρμονική μουσική. Ταυτόχρονα, αυτή η μουσική βαινούμενη εξωτερικά γίνεται πολιτικός λόγος, πολιτική πράξη. Η μουσική του είναι πνευματικά εξυψωτική, συνδέοντας τον ακροατή με το αρμονικό σύμπαν, συνάμα, όμως, τον ωθεί να πράξει στην εξωτερική πραγματικότητα. Αυτή η ένωση που πραγματώνεται χαρακτηρίζει την Ύπαρξη. Αυτή η ένωση ιδαιτεροποιεί  και θα έλεγα ότι πλέον συγκεκριμενοποιεί  την έννοια της ελληνικότητας.

Στην ιστορία της φιλοσοφίας και της πολιτικής γράφεται και λέγεται συχνότατα για τις ιδέες και κατά συνέπεια για τις ιδεολογίες που σηματοδοτούν και καθορίζουν αποφασιστικά τις ζωές των ανθρώπων. Οι ιδέες, κατά τη γνώμη μου, ενέχουν ένα σημαντικό πρόβλημα. Το πρόβλημα υφίσταται διότι οι ιδέες και οι ιδεολογίες αποτελούν πάντα ένα μέρος ενός καθολικού νοήματος. Αν υποθέσουμε ότι κάποιος αντιλαμβάνεται το καθολικό νόημα, είναι βέβαιο ότι αντιλαμβάνεται την πληρότητα μιας αλήθειας. Επομένως, αφού οι ιδέες αποτελούν μέρος του καθολικού νοήματος, εμπεριέχουν μέρος της αλήθειας. Είναι γνωστό ότι η μισή αλήθεια ή ένα μέρος της αλήθειας τις περισσότερες φορές αποτελούν ένα ολόκληρο ψέμα. Στο πολιτικό σύστημα, λοιπόν, οι ιδεολογίες, αποτελώντας τη βάση των κομματικών σχηματισμών, εξορισμού έχουν μια αλήθεια, αλλά δεν εμπεριέχουν όλη την αλήθεια.  Τούτο το πρόβλημα φαίνεται αξεπέραστο. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ανακαλύψουμε διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης της αλήθειας· ο τρόπος αυτός συνίσταται στο να εξυψωθούμε πνευματικά, με τον περιγραφόμενο παραπάνω υπαρξιακό τρόπο, για να εγγίσουμε το καθολικό νόημα. Πάντως, οπωσδήποτε όχι  μόνο με τον ακραίο ορθολογισμό που μέχρι σήμερα ασκείται η πολιτική και όπως έχει διαμορφωθεί από τον διαφωτισμό και έπειτα. Αν, λοιπόν, συμφωνήσουμε ότι βρισκόμαστε πλέον στο τέλος της περιόδου του διαφωτισμού, θα πρέπει κατά συνέπεια να σταματήσουμε να συζητάμε και με τους πολιτικούς όρους που διαμορφώθηκαν στην περίοδο αυτών των αιώνων. Στο Μονοπάτι προς το Μέλλον ο Μίκης το αναφέρει ξεκάθαρα ότι το πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης βρίκεται πλέον στα όριά του. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους πολιτικούς όρους των εννοιών «Αριστερά» και «Δεξιά». Θα πρέπει να σταματήσουμε να αναφέρουμε αυτούς τους όρους. Κατά τη γνώμη μου, οι όροι αυτοί είναι πλέον λανθασμένοι και δεν περιγράφουν κάποιο περιεχόμενο ουσίας. Γίνεται ακόμα πιο φανερό αυτό σήμερα σε όλους μας, καθώς ο λαός πια συγχέει τόσο πολύ πια τι είναι αριστερό και δεξιό που δεν μπορεί εύκολα να διακρίνει κανείς την πραγματικότητα. Μέσα σε αυτό το θολό πολιτικό τοπίο εισχωρούν διάφοροι πολιτικάντηδες δημαγωγοί και εύκολα παραπλανούν τον λαό. Έτσι και αλλιώς οι όροι αυτοί ορίστηκαν μετά την Γαλλική Επανάσταση κατά τις πρώτες συνεδριάσεις της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης σύμφωνα με τον τρόπο που κάθισαν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι στα έδρανα. Ο Μίκης αναφέρεται στις έννοιες του Ανθρώπινου και του Αντι-ανθρώπινου· συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Σήμερα θα πρέπει να αρχίσουμε να συζητάμε για τους όρους του Ανθρώπινου και του Αντι-ανθρώπινου και αυτοί οι όροι να αποτελέσουν τους οδοδείκτες του μέλλοντος. Αυτές οι δύο έννοιες θα αντιμάχονται μεταξύ τους και θα αποτελέσουν το πεδίο των μελοντικών πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ποιο, όμως, είναι το περιεχόμενο  που χαρακτηρίζει τον έναν όρο και ποιο τον άλλον; Αν συμφωνήσουμε ότι η ανθρωπιά χαρακτηρίζει εκείνον που επιθυμεί το καλό, τη δικαιοσύνη, το δίκαιο, εκείνον που θέλει την ειρήνη, με την έννοια που την αναλύει ο κ. Κασιμάτης, την επιθυμία του ανθρώπου να εξυψώνεται πνευματικά, να επιθυμεί να βοηθά τους συνανθρώπους του και τέλος να έχει ενσυναίσθηση, τα στοιχεία αυτά αποτελούν πρώτιστα ανθρωπολογικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά και κατά συνέπεια και πολιτικά. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει κάποιος που να μην συμφωνήσει με τα παραπάνω, ότι δηλαδή όλα τούτα δεν θα συνιστούσαν αυτό που ονομάζεται Ανθρώπινο. Το αντι-ανθρώπινο τι είναι; Ακριβώς, βέβαια, οι αντίθετοι χαρακτηρισμοί. Το Ανθρώπινο χαρακτηρίζεται αναγκαστικά από τον ορθό λόγο και το συναίσθημα και το αντιανθρώπινο χαρακτηρίζεται μόνο από τον ακραίο ορθολογισμό. Διότι ο κυνικός ορθολογισμός, που επικρατεί μεχρι στιγμής στο πεδίο της πολιτικής, οδηγεί σε αυτόν τον παραλογισμό του αντι-ανθρώπινου που όλοι τον αντιλαμβανόμαστε αλλά δεν τον κατανοούμε πολλές φορές. Ήρθε η στιγμή οι επόμενες πολιτικές μάχες να δίνονται, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο πλέον του Ανθρώπινου και του αντι-ανθρώπινου και όχι του αριστερού και του δεξιού, διότι ο πολιτικός κυνισμός ορθολογιστικού τύπου ευδοκιμεί κυριαρχικά και στους δύο αυτούς ιδεολογικούς χώρους και για αυτό δεν μπόρεσαν να λύσουν τα προβλήματα του ανθρώπου. Διότι γεννήθηκαν στο διαφωτιστικό πλαίσιο της αποκλειστικά υλιστικής ανάγκης. Η υλιστική θεώρηση οδηγεί αναγκαστικά στην επιθυμία της εξουσιαστικής κυριαρχίας και αυτή είναι η πιο σοβαρή αιτία της αποτυχίας και του αδιεξόδου που επήλθε και στην κομμουνιστική ιδεολογία. Αναγκαστικά οδηγήθηκε στην κυριαρχική διάθεση, λόγω της υλιστικής αντίληψης, και με αυτόν τον τρόπο εκτροχιάστηκε εύκολα.

Ανέκαθεν με εντυπωσίαζε το γεγονός ότι κάθε φορά που ο Μίκης έκανε μια πολιτική πρόταση από όλο το πολιτικό φάσμα ακούγονταν φωνές που έλεγαν: «καλύτερα ο Μίκης να μην μιλά διότι στην πολιτική δεν έχει ταλέντο, καλύτερα να μείνει στη μουσική του, που είναι το προνομιακό του πεδίο». Πόσες φορές έχουμε ακούσει παρόμοιες φράσεις! Γνωρίζετε γιατί, κατά την γνώμη μου, εκφράζονται αυτές οι απόψεις; Γιατί εκείνος που το εκφράζει αυτό είναι ένας ακραίος ορθολογιστής που δεν αντέχει την ύπαρξη, δεν αντέχει την ανθρωπιά. Η υπαρξιακή ανθρωπιά του Μίκη, όπως εκφράζεται πολιτικά, αγγίζει πλατιά το λαϊκό αίσθημα και για αυτούς τους λόγους είναι επικίνδυνος για το πολιτικό σύστημα, διότι η στάση αυτή σφυπνίζει τον λαό. Ένα πολιτικό σύστημα που θέλει μόνο να διαφεντεύει τον λαό, αφού πρώτα τον κρατά υπνωτισμένο και με αυτόν τρόπο τον υποτάσσει. Τόσο πολύ τον φοβάται τον Μίκη το πολιτικό σύστημα, που τον αποδομούν αγιογραφώντας τον πολιτικοί καιροσκόποι, παριστάνοντας τον φίλο του και εξυμνώντας την μουσική του ιδιοφυία. Τούτο συνιστά το πολιτικό δράμα αυτής χώρας.

Γνωρίζετε πολύ καλά ότι ο ακραίος ορθολογιστής αρνείται το συναίσθημα. Μάλιστα θεωρεί ότι αυτό συνιστά και αδυναμία και για αυτόν το λόγο είναι ενοχλητικό. Για αυτό και θα διαπιστώσει κάποιος ότι οι ακραίοι ορθολογιστές, παρενθετικά να πω ότι ο ορθολογισμός έχει ποιοτικές διαβαθμίσεις,  φτάνουν να αρνούνται ακόμα και το συναίσθημα του έρωτα, θεωρώντας ότι ο έρωτας παράγεται από χημικές αντιδράσεις του σώματος, παραβλέποντας ηθελημένα(;) ότι οι χημικές αντιδράσεις(υλιστική εξήγηση) είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία ενός περιεχομένου που πραγματώνεται στο φαντασιακό του ανθρώπου. Τα χαρακτηριστικά του ακραίου ορθολογιστή είναι ότι εξαντικειμενοποιεί τον κόσμο, εργαλειοποιεί ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, τα βλέπει όλα ως αντικείμενα έτοιμα προς χρήση. Έτσι, όμως, δεν υπάρχει ούτε ο ίδιος, αφού δεν αναγνωρίζει ούτε τον εαυτό του ως υποκείμενο. Όλο αυτά συγκροτούν τον ακραίο ορθολογιστή. Ένα μόνο συναίσθημα τον διατρέχει και αυτό δεν είναι άλλο από το να θέλει διακαώς να κυριαρχεί στους άλλους και στα πράγματα, πάντα ως αντικείμενα. Οπότε όταν εκφράζει δημόσια μια άποψη ένας μη αποκλειστικά ορθολογιστής ενοχλεί τον κυνισμό του ορθολογιστή. Για όλους τους παραπάνω λόγους ο Μίκης ενοχλούσε και ενοχλεί. Γιατί  ενοχλεί; Γιατί ο πολιτικός λόγος του και η μουσική του έχουν τάσεις πνευματικής εξύψωσης. Πρόκειται πέρι της τάσης του ανθρώπου να θέλει να υπάρχει, που θέλει να τίθεται στα πράγματα, όχι μόνο προς την εσωτερική πραγματικότητα αλλά και προς την άπειρη εξύψωση. Αυτό δεν αντέχεται στην πολιτική αρένα, όπως την γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Δεν αντέχεται.

Η ελληνικότητα, όπως την όρισα παραπάνω, από την δικτατορία και μετά επιχειρήθηκε βίαια να διακοπεί, διότι αποτελούσε κίνδυνο για τον ανθρωπολογικό τύπο που κατασκεύαζε ο δυτικόςπολιτισμός. Θα σας πω ένα παράδειγμα από την δουλειά που κάνω. Γνωρίζετε ότι είμαι καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πολλοί μαθητές μου μου έχουν εκμυστηρευτεί ότι οι οικογένειές τους στα σπίτια τους προτρέπουν να καταπιέζουν τα συναισθήματά τους, διότι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουν σε αυτό τον κόσμο είναι να μην δείχνουν τις αδυναμίες τους, δίχως να αντιλαμβάνονται ότι η δύναμη του ανθρώπου βρίσκεται στη φανέρωση της αδυναμίας του, και έτσι όλη τη ζωή να την αντιμετωπίζουν μόνο χρηστικά διότι αποτελεί όρο επιβίωσης. Πιστεύω ακράδαντα ότι τούτο αποτελεί εσκεμμένη πολιτική απόφαση, η οποία διαχέεται σε όλο τον λαό. Και τούτο εξυπηρετεί το πολιτικό σύστημα, διότι όταν πια διαμορφώνεται κανείς ως ακραίος ορθολογιστής λειτουργεί πια μηχανιστικά, εργαλειακά, ως γνωστικά εξειδικευμένος αμόρφωτος στην εργασία, που τόσο πολύ επιθυμεί το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα. Γίνεται ο ίδιος ο άνθρωπος ένα εργαλείο δουλειάς. Μετά το 1974 αυτή η πολιτική κατεύθυνση ήταν πολύ έντονη στην Ελλάδα και έτσι μπορεί να εξηγηθεί η σημερινή κατάσταση. Γιατί το εργαλείο που είναι και αντικείμενο έχει ανάγκη και να καταναλώνει, χρηστικά βέβαια. Ο μόνος λόγος ύπαρξης είναι η εργασία και η κατανάλωση.  Προσδιορίζει την ύπαρξή του από την κατοχή υλικών αγαθών. Τόσο πολύ προσδιορίζεται από την κατοχή της κατανάλωσης, που και ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται ως καταναλωτικό αγαθό, όπως οποιοδήποτε χρηστικό αντικείμενο. Ο άνθρωπος δεν Είναι, αλλά Έχει μόνο. Αυτός ο πολιτισμός, λοιπόν, έχει φτάσει πια στα όριά του. Ο λαός ενστικτωδώς τα αντιλαμβάνεται όλα τούτα. Καταλαβαίνει από όλα αυτά που βιώνει σήμερα ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά, αλλά είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσει και διαισθάνεται ότι κάτι του διαφεύγει για να το συλλάβει πλήρως. Και αυτή είναι η δυσκολία προκειμένου να προχωρήσει πολιτικά η κοινωνία προς μια άλλη κατεύθυνση. Όταν, λοιπόν, κάποιος ακούει τη μουσική του Μίκη και εξυψώνεται πνευματικά, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι δεν έχει την επιθυμία ταυτόχρονα να πράξει και σε πολιτικό επίπεδο. Αυτό το παράδειγμα ενδεικνύει ισχυρότατα ότι το συναίσθημα και η λογική δεν είναι αποσυνδεδεμένα και αυτή η γνωσιακή διαδικασία που προκύπτει δεν είναι ακραία ορθολογιστική, αλλά θα την χαρακτήριζα διορατική. Αυτή τη γνώση την διακατέχει μια ανοικτότητα, η οποία ενέχει μια φωτεινότητα. Έχω την αίσθηση, λοιπόν, εφόσον βρισκόμαστε στο τέλος ενός πολιτιστικού παραδείγματος, πως εκείνο που θα μας οδηγήσει προς καλύτερα μονοπάτια προς το μέλλον είναι πάλι ο πολιτισμός. Η ανθρωπότητα εξελίσσεται με τα πολιτιστικά παραδείγματα και στο πλαίσιο του πολιτισμού της αντιστοιχεί η πολιτικοκοινωνική της κατεύθυνση. Η παράνοια  ότι ο πολιτισμός θεωρείται δευτερεύον στοιχείο, ενώ ζει κάποιος και κινείται σε συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον και κατά συνέπεια θεωρείται πρωτεύουσας σημασίας η πολιτική που καθορίζει τον πολιτισμό, χαρακτηρίζει ανθρώπους εγκλωβισμένους στην υλιστική εξήγηση του κόσμου. Και βασίζεται στη λανθασμένη μαρξιστική ερμηνεία ότι η βάση είναι οι υλιστικές παραγωγικές σχέσεις και ο πολιτισμός είναι το εποικοδόμημα που θα οδηγήσει στην αταξική κοινωνία. Έχω την ισχυρή πεποίθηση ότι ο πολιτισμός είναι η βάση που προϋποτίθεται για την εξέλιξη του κόσμου στην αταξική κοινωνία. Όσοι δεν αντιλαμβάνονται αυτή τη θεμελιώδη διαφορά, κατά την γνώμη μου, είναι ακραίοι ορθολογιστές και βρίσκονται σε βαθύ ακόμα σκότος. Στην ανύψωση του ελληνικού χώρου και των πολιτών που ζούνε σε αυτό τον χώρο, ο πολιτισμός θα διαδραματίσει τον πρωτεύοντα ρόλο και η πολιτική πράξη έπεται ως αντικαθρέπτισμα του πολιτισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αρχαία Ελλάδα του 5ου αιώνα. Η δημοκρατία γεννήθηκε στην Αθήνα σε συγκεκριμένο πολιτιστικό πλαίσιο που προϋπήρξε και εννοώ ασφαλώς τη γέννηση της φιλοσοφίας και την ανάπτυξη των τεχνών.  

Το προηγούμενο διάστημα υπέπεσε στην αντίληψή μου μια πανευρωπαϊκή ερευνητική μελέτη για το ποσοστό ανάγνωσης βιβλίων των ευρωπαϊκών χωρών. Η Ελλάδα σε ποσοστό ανάγνωσης βιβλίων (τουλάχιστον δέκα τον χρόνο) βρίσκεται στην τρίτη θέση από το τέλος με ποσοστό ανάγνωσης 4,7%. Βρίσκεται μπροστά μόνο από την Ρουμανία και την Πορτογαλία. Και όπως καταλαβαίνει κανείς το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό το 4,7%  επιλέγει βιβλία πολύ χαμηλής ποιοτικά στάθμης. Στις δύο πρώτες θέσεις ανάγνωσης στην Ευρώπη είναι η Νορβηγία και η Ισλανδία. Όλοι γνωρίζουμε τι συνέβη στην Ισλανδία όταν η χώρα αυτή βρέθηκε σε δεινή θέση και απειλούνταν οικονομικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Δ.Ν.Τ. Οι Ισλανδοί δίχως φόβο και με ισχυρή πολιτική βούληση απομάκρυναν τους διεθνείς τοκογλύφους και έγιναν κυρίαρχοι στη χώρα τους. Από την άλλη μεριά, η Νορβηγία γνωρίζουμε όλοι ότι έχει πολύ υψηλό επίπεδο διαβίωσης και το δεύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα στον κόσμο. Η απόφαση της χώρας να ανακηρύξει ΑΟΖ και ο τρόπος συνεργασίας για την άντληση των πετρελαίων, αλλά και η άρνηση των πολιτών της σε δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε ώστε να ενταχθεἰ στην Ευρωπαϊκή Ένωση πριν κάποια χρόνια, ήταν καθοριστικής σημασίας για την πορεία της χώρας αυτής. Πιστεύετε αληθινά ότι το πολιτιστικό περιρρέον περιβάλλον και η υψηλή ποιότητά του, που οπωσδήποτε η έρευνα τούτη το δείχνει εμφατικά, δεν διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο  στις πολιτικές επιλογές και στην πολιτική βούληση που επέδειξαν για την πρόοδό τους; Οι ελληνικές κυβερνήσεις που δεν έχουν την πολιτική βούληση να ανακηρύξουν τις ΑΟΖ, δεν δείχνει τη σημασία του πνευματικού και πολιτιστικού επιπέδου των κυβερνώντων και βέβαια εκείνων που τους αναδεικνύουν; Διότι, αγαπητοί φίλοι, η πολιτιστική ανύψωση απελευθερώνει το πνεύμα και ισχυροποιεί τη βούλησή του για να αντισταθεί σε κακόβουλες πράξεις. Το παράδειγμα τούτο αποδεικνύει περίτρανα ότι ο πολιτισμός διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Στον ελληνικό χώρο αυτό που χαρακτηρίζει την ελληνικότητα, πέρα από αυτά που ειπώθηκαν παραπάνω, είναι η έννοια του φωτός. Αυτός που εξύμνησε το φως είναι ο Ελύτης. Βέβαια, ο Ελύτης δεν εννοούσε ακριβώς αυτό το φως του ήλιου, που οι φιλολογίζοντες στην Ελλάδα αρέσκονται στις παρομοιώσεις των ποιημάτων του, δίχως να κατανοούν την συμπαντική ενορατικότητα όχι μόνο του Ελύτη, αλλά το σύνολο των ποιητών. Το ελληνικό φως, λοιπόν, είναι ένα σκληρό φως, λόγω της γεωγραφικής και τοπογραφικής θέσης, αλλά και του ανάγλυφου του ελληνικού τοπίου. Ετούτο το γεγονός είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση του ανθρωπολογικού τύπου του έλληνα. Έχοντας ως δεδομένο τη σύμπλεξη του ορθολογισμού με το συναίσθημα στον έλληνα, το σκληρό φως καθώς εισχωρεί στην ψυχή του, άλλοτε αποτελεί τη συγκόλληση αυτού του ψυχισμού, με συνέπεια να δημιουργεί εκπληκτικά πράγματα στην ιστορία του, και άλλοτε τον διαρρηγνύει, με αποτέλεσμα να αυτοκαταστρέφεται και να αυτοπροδίδεται. Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, βρισκόμαστε στην εποχή της αυτοκαταστροφικής αυτοπροδοσίας, καθώς το σκληρό φως διαδραματίζει το ρόλο της σχάσης του εαυτού και της ελλειπούς εμπιστοσύνης στον εαυτό μας.  Αυτοπροδιδόμαστε γιατί, λόγω της χαμηλής πνευματικής στάθμης, αδυνατούμε να διαχειριστούμε δημιουργικά το σκληρό φως.

Αυτή είναι η μεγάλη πληγή η οποία δεν αναστρέφεται εύκολα και δεν έχουμε καθόλου αντιληφθεί ότι μπαίνουμε σε ένα βαθύ σκότος σκλαβιάς που θα διαρκέσει, αν δεν αντιδράσουμε, για αιώνες. Ο Μάνος Χατζηδάκις το είχε πει από το 1992 για την καινούρια σκλαβιά που εισέρχεται ο ελληνισμός με την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Δεν έχουμε συλλάβει νοητικά ότι βρισκόμαστε σε έναν άτυπο πόλεμο, όπου μας έχουν κατακτήσει τις τηλεπικοινωνίες, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και τον σιδηρόδρομο. Γιατί, όπως γνωρίζετε, αυτά δεν έχουν ιδιωτικοποιηθεί, αλλά έχουν κρατικοποιηθεί σε άλλες χώρες. Δεν έχουμε αντιληφθεί ότι τα σπίτια, μέσω πλειστηριασμών, περνάνε σε χέρια ξένων κεφαλαίων. Ήδη, αγαπητοί φίλοι, το χώμα που πατάμε δεν είναι δικό μας αλλά πλέον είμαστε φιλοξενούμενοι στον τόπο μας. Ο Μίκης είναι εκείνη η μεγάλη προσωπικότητα που με το Μονοπάτι προς το Μέλλον μας  δείχνει την έξοδο από τη σκλαβιά.

Για όλους τους παραπάνω λόγους πιστεύω ακράδαντα ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν σε όλη τη χώρα πυρήνες πολιτισμού, που το βασικό μέλημά τους θα είναι να υφάνουν ξανά το νήμα της ελληνικότητας που κόπηκε βίαια με τη δικτατορία και μετά το 1974. Προτείνω, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης, να δημιουργηθεί ένα Ανώτατο Πολιτιστικό Συμβούλιο, το οποίο θα επιχειρήσει, με διάφορους τρόπους, να συντονίσει τη διάδοση της ελληνικότητας με σκοπό την επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και ελευθερίας μας. Οι μεγάλες μορφές του ελληνισμού θα πρέπει να διαδοθούν ξανά στον λαό, ο Ρήγας, ο Μακρυγιάννης, ο Παπαδιαμάντης, η λογοτεχνική γενιά του 1930, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Λειβαδίτης. Όλους αυτούς ο Μίκης το 1960 τους είχε αναδείξει μελοποιώντας τα ποιήματά τους, έδειξε την ελληνικότητα και την ένωσε με την ιστορία αυτού του τόπου. Επανεκκίνηση, λοιπόν, για τη συγκόλληση  της ιστορίας που διακόπηκε. Εάν δεν επανασυνδεθούμε με αυτήν την ελληνικότητα, αγαπητοί φίλοι, έχουμε ήδη μπει σε μια πολύ σκοτεινή νύχτα που προβλέπω ότι θα διαρκέσει πάρα πολλά χρόνια.

Αυτός ο ουτοπικός στόχος είναι πιο ρεαλιστικός από τον ρεαλισμό των σημερινών πολιτικών ηγετών που μας οδηγούν στην καταστροφή, επειδή απλά θέλουν να εξουσιάζουν και να κυριαρχούν.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.

Τριαντάφυλλος Σερμέτης 

Θέατρο «Έαρ Βικτώρια»

Αθήνα 13/12/2017

 ****************************************************************************************************************************************************************************************************************************

Εισήγηση του Ανδρέα Ζερβάκη στην παρουσίαση του βιβλίου της Αναστασίας Βούλγαρη «Μίκης Θεοδωράκης, Μονόλογοι, Διάλογοι και το Μονοπάτι προς το μέλλον: Συνοπτική παρουσίαση»

O ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ

Γιατί ο Θεοδωράκης είναι μεγάλη μουσική προσωπικότητα στην Ελλάδα και τον κόσμο; Τι είναι αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει; Τι αλλαγή έφερε στα ελληνικά μουσικά πράγματα; Σε τι έγκειται η πρωτοτυπία του, η πρωτοπορία του, η καινοτομία του; Στην προσπάθεια ανάλυσης της προσφοράς του θα πρέπει να προσεγγίσουμε το έργο του με εργαλεία μουσικολογικά και ιστορικά. Δεν είναι δυνατόν να ορίσουμε τον Μίκη Θεοδωράκη στενά, χωρίς ταυτόχρονα να λογαριάσουμε τον πολίτη, τον μουσικό και τον πολιτικό Θεοδωράκη. Ακόμη και όταν θέλουμε να εξετάσουμε καθαυτό τον μουσικό Θεοδωράκη, πώς μπορούμε να απομονώσουμε τον συνθέτη της λαϊκής έντεχνης μουσικής, της μουσικής που έγινε σύμβολο αγώνα για την ελευθερία σε γενιές ελλήνων, από τον συνθέτη της Πρώτης Σουίτας του μπαλέτου Αντιγόνη της Τρίτης Συμφωνίας ή της όπερας Μήδεια, τον συνθέτη που έγραψε πρωτοποριακή έντεχνη μουσική τη δεκαετία του 1950 και αργότερα τη δεκαετία του 1980 έγραψε όπερες.

Μουσικές περίοδοι

Η πρώτη περίοδος της μουσικής του δημιουργίας (1940-53) περιλαμβάνει τραγούδια, ορατόρια, μουσική δωματίου, μπαλέτα και συμφωνικά έργα. Κορυφαίο έργο η Πρώτη Συμφωνία.
Η δεύτερη περίοδος, η Παρισινή (1954-59) περιλαμβάνει έργα μουσικής δωματίου, μπαλέτα και συμφωνικά. Κορυφαίο έργο το μπαλέτο που ανέβηκε στα 1959 στο Covent Garden, η Αντιγόνη.
Η τρίτη περίοδος 1960-80 είναι αφιερωμένη στο κίνημα της έντεχνης λαϊκής μουσικής με κυριώτερες συνθέσεις τα ορατόρια Άξιον Εστί και Canto General.


Ακολουθεί η τέταρτη περίοδος από το 1981 έως το 1988, κατά την οποία, συνεχίζοντας πάντοτε να συνθέτει κύκλους τραγουδιών, επιστρέφει στη συμφωνική μουσική με κύρια έργα την Τρίτη Συμφωνία, την Εβδόμη Συμφωνία, την πρώτη του Όπερα Κώστας Καρυωτάκης (Οι μεταμορφώσεις του Διονύσου) και το μπαλέτο Ζορμπάς.


Τέλος κατά την πέμπτη περίοδο (1989 έως σήμερα) συνθέτει βασικά τις όπερές του (λυρικές τραγωδίες) Μήδεια, Ηλέκτρα και Αντιγόνη. Την Τριλογία αυτή συμπληρώνει η καινούρια του 'Οπερα Λυσιστράτη. Με τα έργα αυτά ο Θεοδωράκης εγκαινιάζει την εποχή του Λυρικού Βίου, δηλαδή την ολοκληρωτική στροφή του προς τον λυρισμό και την τελειοποίηση της λυρικής μουσικής έκφρασης σε όλο το φάσμα της μουσικής του δημιουργία.

Στην πορεία της ζωής του ΜΘ η πεποίθηση και η πίστη στην ιδέα της συνέχισης του ελληνικού έθνους αποτέλεσε θεμέλιο ζωής, δράσης και πνευματικής δημιουργίας

Γέννημα θρέμα της ελληνικής επαρχίας ανδρώθηκε την εποχή του μεσοπολέμου. Μέσα σε εκείνα τα ασφυκτικά γεωγραφικά και όχι μόνο όρια διαμορφώθηκε ως πολίτης και συνθέτης με Δασκάλους σαν τον Ευάγγελο Παπανούτσο και ακούσματα τα τραγούδια της εποχής και τους βυζαντινούς ύμνους. «αυτό που ήμουν και που έγινα, υπήρξε έργο αποκλειστικά της ελληνικής επαρχίας» θα πει κάποτε ο ίδιος.

Με κίνητρο την γοητεία που του ασκούσαν οι μεγάλοι Μύθοι  όπως τα Ομηρικά Έπη, θα προσεγγίσει τους μεγάλους τραγικούς και φιλοσόφους και θα αντιληφθεί το θεμελιώδες γνώρισμα του ελληνικού πνεύματος τη Λογική και την Υπέρβαση, τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο.

Την ίδια εποχή θα νιώσει την βαθύτερη φύση της Ορθοδοξίας και μέσα από την βυζαντινή μουσική θα ανακαλύψει  την Αρμονία.

Χωρίς ξένες μουσικές επιδράσεις θα αφοσιωθεί στην μουσική χωρίς στην ουσία να την ξέρει αρχικά ακούγοντας και τραγουδώντας μετέπειτα κάνοντας τις πρώτες του συνθετικές απόπειρες έχοντας ήδη αποκτήσει ένα βιολί.

Όταν το 1943 θα πατήσει για πρώτη φορά το πόδι του στην Αθήνα θα δεχθεί καινούριες επιδράσεις, που όμως δεν άλλαζαν τον βασικό πυρήνα του χαρακτήρα, της σκέψης και της μουσικής του ‘ η αγωγή, η μόρφωση και η θεωρητική μου θωράκιση -ακόμα και στον χώρο της Μουσικής- αναπτύχθηκε με άξονα την ελληνικότητα’ θα πει αργότερα ο ίδιος. Αναφερόμενος δε στα πέτρινα χρόνια της κατοχής θα πει  «η ξένη κατοχή και η στέρηση της ελευθερίας μπορεί να ήταν τα επί πλέον κίνητρα για την ανάπτυξη της απαραίτητης πνευματικής αντίστασης με την προβολή της ανωτερότητας της εθνικής μας κληρονομιάς σε ό,τι αφορά κυρίως την ταύτιση της ελληνικότητας με την ελευθερία στην σκέψη και στη ζωή.»

Το 1954 που θα βρεθεί στο Παρίσι για να σπουδάσει σε βάθος τη Συμφωνική Μουσική θα το αντιμετωπίσει ως μεγάλη δοκιμασία αλλά και  πρόκληση αισθανόμενος τον κίνδυνο να αφομοιωθεί όπως οι περισσότεροι νέοι συνθέτες που προέρχονταν από χώρες της περιφέρειας μέσα στον ωκεανό της ευρωπαϊκής μουσικής τέχνης «….έπρεπε να μεγαλώσει μέσα μου και να ατσαλωθεί η πίστη μου στην ελληνικότητα γνωρίζοντας ότι μονάχα έτσι θα κατόρθωνα να διατηρήσω την ιδιαιτερότητά μου ως Έλληνας με το διαχρονικό βάρος και σημασία αυτής της εννοίας, προκειμένου να προβάλω ακόμα και μέσα από τα όσα ισχυρά ευρωπαϊκά ηχητικά υλικά την ουσία της ελληνικότητας…» θα γράψει αργότερα αναφερόμενος στην εποχή.

Όλη αυτή η βιωμένη εμπειρία αλλά και η   αναμέτρησή του με την Ιστορία στα χρόνια που ακολούθησαν θα αποτελέσουν τελικά τον ηχητικό σκελετό που θα διαμορφώσει το ήθος και το ύφος της μουσικής του.

Στις μελωδίες του που θα ντύσουν την ποίηση των ελλήνων και όχι μόνο ποιητών θα συναντηθούν  οι τρόποι και οι κλίμακες της βυζαντινής και της δημοτικής μουσικής που πολλές φορές θα αναδειχθούν μέσα από συμφωνικά ακούσματα. 

Δυο έργα –παραδείγματα Ελληνικότητας

Θέλω να τονίσω ότι είναι ο πρώτος συνθέτης μουσικής που προορίζεται για το ευρύ κοινό, λαϊκής μουσικής, που μελοποίησε ποίηση και μάλιστα την έκανε γνωστή, προσιτή και μέρος της ζωής του Ελληνικού λαού.

Η πνευματική και ιδιαίτερα η μουσική ζωή στο Παρίσι είχε απογοητεύσει τον συνθέτη. Βρήκε το περιβάλλον μουσικά ανιαρό και ο θρύλος της μουσικής της Δύσης διαλυόταν. «Στα κοντσέρτα των πρωτοποριακών με’ πιανε το στομάχι μου από τους σνόμπ» γράφει. Θεωρεί ότι η μουσική πρωτοπορία απευθύνεται σε πολύ μικρό «σνομπ-μυημένο» κοινό. Για ποιόν γράφει μουσική ο συνθέτης; Ποια είναι η σχέση του με το κοινό; Ανατρέχοντας στο παρελθόν διαπιστώνει ότι οι μεγάλοι μουσικοί δημιούργησαν για την εποχή τους, και όχι για την αθανασία. Δημιούργησαν για ένα συγκεκριμένο κοινό, τον λαό της χώρας τους. Το έργο τους όμως έμεινε αθάνατο στην προσπάθεια τους να εκφράσουν την εποχή τους και τον λαό τους. Θα χρησιμοποιήσω τα δικά του λόγια: «Έπλασα σιγά –σιγά μέσα μου το ιδανικό της ζωής μου. Να δημιουργήσω ηχητικές τοιχογραφίες , όμως με υλικά απολύτως ζωντανά. Με αναγκαιότητα και αλήθεια. Πλουτίζοντας τη μουσική μου γλώσσα με κάθε καινούρια τεχνική προσφορά.....όμως το πιο σπουδαίο, ήθελα τη μεγάλη αυτή μουσική τοιχογραφία να τη νοιώθει όλος ο λαός, να τη λογαριάζει για κάτι εντελώς δικό του, που βγαίνει από αυτόν.».

Το 1957 παρουσιάζεται η Σουίτα αρ. 1 για πιάνο και ορχήστρα, ένα έργο που ξεχωρίζει με την έντονη ρυθμικότητά του. Ο ίδιος γράφει ότι το έργο αυτό ανήκει στον ελλαδικό κόσμο, χωρίς όμως να είναι φολκλόρ. Θέλησε, γράφει, να δημιουργήσει ένα ηχητικό μνημείο στον ρυθμό και στο χρώμα αφιερωμένο στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη, ένα έργο που προχωρά σε χαλύβδινους ρυθμούς.

Το θέμα της Ελληνικότητας, η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στο έργο του Θεοδωράκη έχει απασχολήσει αρκετούς ειδικούς. Εδώ έχουμε ένα έργο, η σύνθεση του οποίου προβάλλει τις συνθετικές ανησυχίες του δημιουργού του. Είναι ένα έργο πολύπλοκο όσο και η εποχή που το δημιούργησε. Πρωτοπαίχθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου του 1957 από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με σολίστ τον Jean Vigue και διευθυντή τον Ανδρέα Παρίδη και απέσπασε μόνο αρνητικές κριτικές. Παρ’ όλη την αρνητική εγχώρια κριτική όμως το έργο απέσπασε το χρυσό μετάλλιο σύνθεσης στο Παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας στον διαγωνισμό συμφωνικής μουσικής που έγινε στη Μόσχα και όπου πρόεδρος και αντιπρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Ντ. Σοστακόβιτς και Χανς 'Αισλερ αντίστοιχα. Ας σημειώσουμε ότι αυτή ήταν η πρώτη από μια σειρά σουιτών που λογάριασε ο Μίκης Θεοδωράκης να συνθέσει με διαφορετικά σόλο όργανα. Τι κάνει αυτό το έργο ιδιαίτερο και πρωτότυπο για τη μέχρι τότε συνθετική του δραστηριότητα; Είναι το γεγονός ότι συνδυάζει πολλές τεχνικές και συνθετικά μέσα. Πρώτον χρησιμοποιεί το πιάνο τόσο σαν σόλο όργανο όσο και σαν απλό μέρος της ορχήστρας (το ίδιο έκαναν και οι Στραβίνσκι και Μεσσιάν εκείνη την εποχή), δεύτερον χρησιμοποιεί μελωδικά στοιχεία βυζαντινά και δημοτικά και τρίτον είναι τονικά σύνθετο, αφού χρησιμοποιεί αρμονική πολυτονία και επίσης το περίτεχνο σύστημα των τετραχόρδων (ένα σύστημα που χρησιμοποίησε σε ελάχιστα έργα του της εποχής εκείνης και έχει τη βάση του στην πρωτοποριακή συνθετική τεχνική του Ιγκόρ Στραβίνσκι).

Το χαρακτηριστικότερο ελληνικό στοιχείο όμως, όπως αναφέραμε, είναι ο ρυθμός που διαπερνά το έργο. Δεν χρησιμοποιεί τον ρυθμό του πεντοζάλη αυτούσιο, αντίθετα υποβάλει τον χαρακτήρα του ρυθμού ή της μελωδίας και όχι το πρόσωπό τους. Δεν αντιγράφει, δεν μεταφέρει αυτούσια μια μελωδία ή έναν ρυθμό. Η ελληνικότητα αυτού του έργου δεν έχει κοινά χαρακτηριστικά με την ελληνικότητα του Καλομοίρη. Ενώ ο στόχος τους είναι κοινός, τα μέσα τους είναι διαφορετικά. Ο Θεοδωράκης εδώ δημιουργεί έναν δικό του ελληνικό χαρακτήρα, τον οποίο προσφέρουν οι ζωηροί ασύμμετροι κρητικοί ρυθμοί που παραπέμπουν στον κρητικό χορό. Ο ίδιος γράφει στο βιβλίο του «Περί Τέχνης» ότι «[...] είναι ένα έργο δραματικό, τραγικό. Πίσω από τα ξέφρενα , βακχικά ουρλιαχτά [...] κρύβεται ο βαθύς ανικανοποίητος πόθος του ανθρώπου που με δέος σκοντάφτει πάνω στο ανελέητο σύνορο της ζωής [...] απηχεί ζωντανά μια πτυχή από το χαρακτήρα της νεοελληνικής ψυχής [...] Η επιρροή του Στραβίνσκι πάνω μου είναι εξωτερική, επιφανειακή. Οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι ακουμπούμε και οι δύο πάνω σε μουσικές παραδόσεις –ρωσική-ελληνική- που η βάση τους είναι οι σιδερένιοι ρυθμοί των λαϊκών χορών»6. Ο Θεοδωράκης γνώριζε πολύ καλά το έργο του Στραβίνσκι, στο αρχείο μάλιστα υπάρχουν μελέτες και αναλύσεις του έργου Αγών. Ήταν μεγάλος θαυμαστής της μουσικής προσωπικότητας του Στραβίνσκι, εκτιμούσε το ρωσικό άρωμα που διαπερνούσε τα έργα του και τον θεωρούσε μεγάλο συνθέτη και στοχαστή. Ο έντονα χορευτικός και ρυθμικός χαρακτήρας του έργου είναι ο παράγοντας που έκανε τον συνθέτη να διαλέξει και τον όρο «σουίτα» για τον τίτλο του έργου.

Το 1958, τη χρονιά των επιτυχιών του με το βραβείο της Πρώτης σουίτας, την προετοιμασία του μπαλέτου Αντιγόνη, και τη μουσική για κινηματογραφικές ταινίες, παίρνει στα χέρια του τα ποιήματα Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου. Τότε, όπως ο ίδιος γράφει, «έπρεπε να προσγειωθεί, να δει με ορθάνοιχτα μάτια την πραγματικότητα, το μέλλον». Και τότε τα πρότυπα της έντεχνης λαϊκής μουσικής αρχίζουν να υλοποιούνται. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια πήρε την απόφασή του. Η ιδέα ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες δημιουργούν για την εποχή τους, δημιουργούν έργα αθάνατα που τελικά εκφράζουν όλους τους λαούς τον επηρέασε. Και φυσικά, δεν έβλεπε τη ζωή του παρά στην Ελλάδα.

Γράφει το 1970 ότι «το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι έπασχε από μια βασική αδυναμία. Ήταν ετεροβαρές. Δηλαδή όσο ρωμαλέο ήταν στο μουσικό, τόσο ρηχό και ανόητο ήταν το στιχουργικό του μέρος [...] από όλες τις ελληνικές τέχνες η πλέον προωθημένη ήταν αναμφισβήτητα η ποίηση. Τι πιο απλό, λοιπόν από το να ενωθούν αυτές οι δύο ακραίες κατακτήσεις του σύγχρονου ελληνικού πνεύματος (η μουσική και η ποίηση) [...] από την επιτυχία ή αποτυχία αυτού του πειραματισμού θα κρινόταν το μέλλον αυτής της προσπάθειας. Και φυσικά με τον όρο επιτυχία εννοώ εδώ ένα και μόνο γεγονός». Μιλώντας για τον Επιτάφιο λέει: «Ο Επιτάφιος πάνω στην ποίηση του Γ. Ρίτσου μπορούμε να πούμε ότι έγινε «Τέχνη μαζών». Επομένως ένας καινούργιος δρόμος άνοιξε. Πού οδηγούσε; Για μένα οδηγούσε βασικά προς την εδραίωση αυτού του νέου είδους ώστε να μπορούμε να βασιστούμε στη δοσμένη στιγμή πάνω σε αυτό προκειμένου να πραγματοποιήσουμε ένα βήμα πιο πέρα. Προς πια κατεύθυνση; Μα προς την κατεύθυνση ενός σύγχρονου μουσικού έργου τέχνης που θα μπορεί μα αφομοιωθεί δημιουργικά από τις μάζες».8 Και μετά από αυτό βέβαια ακολούθησαν τόσα και τόσα έργα με αυτή τη φόρμουλα που έγιναν κτήμα των μαζών. Εδώ λοιπόν είναι δύο τα αξιοσημείωτα: πρώτο ότι η χρήση της ποίησης ξεκίνησε τόσο νωρίς και δεύτερο η έκταση και η σημασία που είχε για όλο το έργο του Μίκη Θεοδωράκη αυτή του η επιλογή. Ο ίδιος έχει γράψει ότι η μεγαλύτερή του φιλοδοξία ήταν να υπηρετήσει σωστά τη νεοελληνική κυρίως ποίηση.9 Αυτή του η καινοτομία επηρέασε και στιγμάτισε την επόμενη γενιά ελλήνων συνθετών μέχρι περίπου τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

 Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τις συνθήκες που προκάλεσαν τη σύνθεση του Επιτάφιου, ότι δηλαδή ο Ρίτσος έστειλε τα ποιήματα στον Θεοδωράκη στο Παρίσι το 1958 και ότι ο τελευταίος σχεδίασε τα τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι έγινε η στροφή και αρχή της νέας τεχνοτροπίας του συνθέτη. Τα καινοτόμα στοιχεία που απαντάμε στο έργο αυτό και που το κάνουν σημαντικό από την άποψη ότι αποτελεί το έργο που δηλώνει το σημείο στροφής στην καριέρα του Μίκη Θεοδωράκη, είναι ότι τα στοιχεία της ελληνικής μουσικής που χρησιμοποιούνται και βέβαια η ποίηση του Ρίτσου, του ποιητή που γνωρίζει και εκτιμά. Συναντάμε δηλαδή μελωδίες με απλή συλλαβική γραμμή που κινείται σε βήματα χαρακτηριστικά τόσο της βυζαντινής όσο και της δημοτικής μουσικής και ρυθμούς χαρακτηριστικούς της δημοτικής και της ρεμπέτικης μουσικής.

Το δεύτερο «ελληνικό» έργο που θα αναφερθώ είναι Το τραγούδι του νεκρού αδελφού,και θα δούμε πως και αυτό αποτελεί ένα καινοτόμο έργο. Μετά το 'Αξιον εστί, που είναι μια προσπάθεια «μετασυμφωνικής μουσικής» στηριγμένης στο λαϊκό τραγούδι, έχουμε και την προσπάθεια ανασύστασης της σύγχρονης τραγωδίας, ενός είδους λυρικού θεάτρου που στηρίζεται στο σύγχρονο λαϊκό τραγούδι. Δεν υπάρχει όμως λόγος να ανατρέχει ο συνθέτης στην αρχαία ελληνική ιστορία ή τη μυθολογία για τραγικές φιγούρες και σενάρια. Η πρόσφατη ελληνική ιστορία, από την αρχή του πολέμου μέχρι το τέλος του εμφύλιου, η δεκαετία του 1940, δίνει το θέμα για το έργο αυτό που θίγει πάρα πολλά θέματα τόσο ιστορικοπολιτικά όσο και θεατρικά. Ο Θεοδωράκης σε σημείωμα που περιέχεται στο πρόγραμμα, καλεί για εθνική ενότητα και αναφέρει ότι το έργο έχει κατ’ αρχήν πολιτικό στόχο, απευθυνόμενος δε στο κοινό του καταλήγει με τα εξής λόγια «δεν έχω δύναμη άλλη καμιά, παρά μονάχα αυτή που μου δίνεις εσύ». Το έργο αυτό αποτελεί μια πρόταση για τη δημιουργία μιας σύγχρονης λαϊκής τραγωδίας. Ανήκει στον μεγάλο κορμό του πολιτικού θεάτρου του Μπρεχτ και είναι πολύ συγγενικό, ιδιαίτερα στον τρόπο της χρησιμοποίησης των τραγουδιών, με το Ένας όμηρος. Τα βασικά στοιχεία είναι δύο: η σύγχρονη μυθολογία και το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι.

Επειδή πάντα ο στίχος, το κείμενο, παίζει πρωταρχικό ρόλο για τον Θεοδωράκη, στην προκειμένη περίπτωση το γράφει μόνος του, εμπνέεται μάλιστα από πρόσωπα πολύ αγαπητά και φιλικά του (ο Παύλος Παπαμερκουρίου ήταν αγαπημένος του φίλος), αλλά οι συμβολισμοί στο έργο είναι αυτοί που το ορίζουν. Το θέμα του τυφλού πατέρα με την κόρη έχει τις ρίζες του στον Οιδίποδα και την αρχαία τραγωδία, που αποτελεί και το πρότυπο του συνθέτη. Η μάνα είναι κεντρικό δραματικό πρόσωπο και αυτή: παραπέμπει στην αρχαία τραγωδία και αποτελεί την προσωποποίηση του ανθρώπινου δράματος, είναι το πρόσωπο που υποφέρει για τα δυο της παιδιά. Ο Παύλος και ο Νικολιός αντιπροσωπεύουν ο καθένας έναν διαφορετικό κόσμο, η δε κοπέλα, η Ισμήνη, είναι σύμβολο τόσο του έρωτα όσο και της μοίρας και της θυσίας.

Μορφολογικά παρατηρούμε ότι και εδώ το τραγούδι έχει και πάλι συμβολική σημασία αφού αναπαριστά τον χορό της τραγωδίας. Ο λαϊκός τραγουδιστής είναι πάλι αυτός που εκφράζει το λαϊκό αίσθημα. Το προτελευταίο τραγούδι του έργου, Στα περβόλια, έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής μουσικής. Ο ρυθμός του ζεϊμπέκικος, όπως και τα περισσότερα τραγούδια του έργου, ο στίχος παραπέμπει στο έπος του Διγενή Ακρίτα και τη μάχη του με το χάρο στα μαρμαρένια αλώνια και η μελωδία ανατριχιαστική. Μήπως σας μεταφέρει στα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής; Δικαίως. H συλλαβική χρωματική μελωδία θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από λειτουργικό βιβλίο, από το αναλόγιο του ψάλτη. Πώς όμως αυτή η μελωδία φορτίζεται τόσο δυναμικά; Διακρίνεται πρώτον από απλότητα, δεύτερον από βηματικότητα που παραπέμπει στην βυζαντινή μουσική και τρίτον από τροπικότητα. Η μελωδία που κινείται γύρω από το λα, δεσπόζουσα βαθμίδα της ρε μείζονας, περιέχει μια ελαττωμένη τέταρτη, το ρε ύφεσι, που κάνει την μελωδία τροπική. Αρμονικά, μετακινείται ανάμεσα σε συγχορδίες της ρε μείζονας και ελάσσονας. Πετυχαίνει έτσι ο συνθέτης, ενώ ξεκινάει στην τονικότητα της ρε μείζονας, να μεταδίδει την πολύ λυπητερή ατμόσφαιρα που έχει ο στίχος μέσω της παράλληλης χρήσης της ρε μείζονας και ελάσσονας όπως και της ελαττωμένης τέταρτης της πέμπτης βαθμίδας στην πλοκή της μελωδίας. 

Μια άλλη μεγάλη καινοτομία  του Θεοδωράκη και στα 1969-1970 όταν παρουσιάζονται τα «Τραγούδια ποταμός». Ένας ακόμη όρος καθιερώνεται και αφορά μια μουσική φόρμα που δημιουργεί ο ίδιος και κατευθύνεται από το ποιητικό κείμενο.  Δύο έργα Πνευματικό Εμβατήριο (1969καιRaven (1970) είναι «τραγούδια ποταμός». Έργα αρχικά για μικρή ορχήστρα και φωνή που μορφολογικά διαφέρουν από το «τραγούδι-lied» γιατί δεν βασίζονται στην εναλλαγή ρεφρέν και κουπλέ στους στίχους ούτε στη μουσική. Εδώ δεν υπάρχουν επαναλήψεις. Το κείμενο όπως και η μουσική τρέχει σαν ποταμός. Το «τραγούδι ποταμός» εντάσσεται στην κατηγορία των συμφωνικών έργων και αποτελεί έργο μεγάλης συνθετικής αξίας.

Το Καλλιτεχνικό του πιστεύω, γραμμένο στο Παρίσι στις 27 Ιουλίου του 1972, περιέχει την πεμπτουσία της καλλιτεχνικής του συνείδησης «[...] η προσπάθεια δεν δικαιώνεται ούτε με μελέτες ούτε με αναλύσεις. Δικαιώνεται μονάχα μέσα στην ίδια τη ζωή. Είναι γεγονός ότι η προσπάθειά μου έμεινε μετέωρη. Στα 1967 είχα την εντύπωση ότι θα έμπαινα από την προϊστορία της δημιουργικής μου δραστηριότητας στην κυρίως ιστορία της. Είχα κάνει την επιλογή μου -το λαϊκό ορατόριο, το 'Αξιον εστί και το μετασυμφωνικό έργο- και ήμουν έτοιμος να αφιερωθώ σ’ αυτή την προσπάθεια. 'Αλλωστε διέθετα την εποχή εκείνη μια συμφωνική ορχήστρα, μικτή χορωδία, λαϊκή ορχήστρα και όλα τα μέσα για να παρουσιάσω όλα τα ενδεχόμενα επιτεύγματα, τόσο τα δικά μου όσο και των άλλων [...] Σήμερα μια τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει [...] πρέπει να ασχοληθώ με το προσωπικό μου πρόβλημα. Από τη μια μεριά να βάλω όλο το λαό και από την άλλη τον καλλιτέχνη που θέλει να αφιερώσει το έργο του σε όλο το λαό». Εκείνη τη στιγμή όμως εξόριστος στο Παρίσι συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να εκπληρώσει το όραμά του.  Απευθύνεται όμως μέσω του κειμένου αυτού σε όλους τους έλληνες καλλιτέχνες. Προσπαθεί να τους προβληματίσει και να τους οδηγήσει να βγουν έξω από τα «τείχη» και να φιλοδοξήσουν να εκφράσουν με το έργο και τη στάση τους την απέραντη ευαισθησία και το ένθετο πάθος του λαού μας.» Σε λίγο καιρό του δόθηκε βέβαια η ευκαιρία να πραγματοποιήσει αυτό το όνειρο και να δημιουργήσει ακόμη περισσότερα τραγούδια, να θεμελιώσει την έντεχνη λαϊκή μουσική. Από το 1970 μέχρι το 1986 (τις περιόδους που ο ίδιος ορίζει εξόριστος στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, 1974-1986) έχει γράψει 18 κύκλους τραγουδιών και έχει μια εκπληκτική συναυλιακή δραστηριότητα ανά τον κόσμο. Γράφει πραγματικά μουσική για τις μάζες. 

Προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Θεοδωράκης κάνει την ποίηση πρωταγωνίστρια του έργου του, τον τρόπο με τον οποίο η μουσική του διαμορφώθηκε από έντεχνη ευρωπαϊκή κατά τη διάρκεια της επιτυχημένης του πορείας στο Παρίσι την δεκαετία του 1950, σε έντεχνη ελληνική μουσική και έντεχνη λαϊκή μουσική τις δεκαετίες 1960 έως 1980, μέσα από τραγούδια αλλά και συμφωνικά έργα, το λυρικό θέατρο και το τραγούδι ποταμός. Ο έλληνας μουσικός Θεοδωράκης επίσης προσπάθησε να συστήσει ορχήστρες και θεσμούς για να γίνει προσιτή στο ευρύ ελληνικό κοινό η μουσική και η μουσική εκπαίδευση.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι μέρος της ζωής μας. Η μουσική του και η φιγούρα του βρίσκετιαι παντού και είναι συνδεδεμένη με ευχάριστες και όχι τόσο ευχάριστες στιγμές μας. Η πρωτοπορία του και το όραμα του για την ελληνική μουσική επηρέασε τις επόμενες γενιές Ελλήνων συνθετών, κίνησε τον ελληνικό λαό και άλλαξε το τοπίο της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας. Η μουσική του βρίσκει χώρο παντού, από τις φιλικές παρέες ένα καλοκαιρινό βράδυ μέχρι στις μεγάλες αίθουσες όπερας και συναυλιών όλου του κόσμου.

Μετά από πολλούς αγώνες το όραμα της ελληνικής έντεχνης μουσικής που ο Θεοδωράκης άρχισε να υλοποιεί την δεκαετία του 1960 πραγματοποιήθηκε.

 Ανδρέας Ζερβάκης

Θέατρο «Έαρ Βικτώρια»

Αθήνα, 13/12/2017 

Πηγές
1. Ομιλία Στεφανίας Μεράκου στα Χανιά 30 Ιουλίου 2005 στο συνέδριο για τον Μίκη Θεοδωράκη.

  1. Επισημο site www.mikistheodorakis.gr
  2. Σελίδα mikis theodorakis orchestra στο FB
  3. Wikipedia Μίκης Θεοδωράκης
  4. Βιβλίο «Ελληνικότητα και διανόηση» Μίκης Θεοδωράκης, Γιώργος Κοντογιώργης.

****************************************************************************************************************************************************************************************************************************

Ομιλία της Αναστασίας Βούλγαρη

για το βιβλίο της «Μίκης Θεοδωράκης, Μονόλογοι, Διάλογοι και το Μονοπάτι προς το μέλλον: Συνοπτική παρουσίαση» 

Ο λυρικός και µουσικός γραπτός λόγος του Μίκη Θεοδωράκη, ένας λόγος-ποταµός µε ποιητικότητα ακόµα και στις στιγµές της πίκρας, της οργής ή των αντικρουόµενων συναισθηµάτων του, είναι το απόσταγµα της βαθειάς του επικοινωνίας µε τον Αναξίµανδρο και τον Ηράκλειτο, µε τον Μακρυγιάννη, με τον Μαρξ και τον Λένιν, µε τη δυτική και τη ρώσικη συµφωνική µουσική, µε το βυζαντινό µέλος και τους αρχαίους «τρόπους», µε το ρεµπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, µιας βαθειάς επικοινωνίας και βιωµατικής εµπειρίας της ελληνικής ποίησης από τον Αισχύλο έως τον Διονύση Καρατζά.

Νοµίζω ότι ο πυρήνας της θεοδωρακικής σκέψης εντοπίζεται στη θεωρία του για τον «νόµο της συµπαντικής αρµονίας» και γύρω του ο Μίκης δηµιουργεί οµόκεντρους κύκλους σκέψεων, ιδεών και πράξεων, από τη σύνθεση των µουσικών του έργων έως τον αγώνα του για την εθνική ανεξαρτησία και την ελευθερία.

–Μουσική και  τραγούδι

–Αγώνας για τον πολιτισμό παράλληλα με τον πολιτικό αγώνα για την ελευθερία και την απελευθέρωση του ανθρώπου.

–Φιλοσοφική σκέψη με θεμέλιο την ελληνική θέαση του ανθρώπου και του κόσμου, δηλαδή αυτό που με μια λέξη ονομάζουμε ελληνικότητα κ.ο.κ 

Διαβάζοντας τους «Διαλόγους στο Λυκόφως» και τους «Μονολόγους στο Λυκαυγές» διαπιστώνουμε ότι ο  Θεοδωράκης από το 1943, όταν κρατούμενος στις φυλακές της Τρίπολης μυείται στην κομμουνιστική ιδεολογία, μέχρι σήμερα βαδίζει στον ίδιο δρόμο. Αυτό βέβαια γίνεται ξεκάθαρο και όταν διαβάσει κάποιος τα πολιτικά και θεωρητικά κείμενά του από το 1960 μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει καμία παρέκκλιση, κανένα παραστράτημα. Ο δρόμος είναι ο ίδιος επί 74 χρόνια, όμως διαρκώς εξελισσόμενος, καθώς ο Μίκης προσαρμόζει την τακτική τού αγώνα ανάλογα με τις νέες συνθήκες που κάθε φορά δημιουργούνται.

Αυτό συχνά δεν γίνεται κατανοητό από τις μεγάλες μάζες, οι οποίες επηρεάζονται από τα συστημικά έντυπα κι έτσι ο  Μίκης υφίσταται τα δεινά του ποιητή που εκφράζει ελεύθερα αυτά που βλέπει μπροστά, πριν από την εποχή τους και όπως το περιγράφουν οι στίχοι  στην όπερά του «Οι μεταμορφώσεις του Διονύσου»: «Μέσα από τους στίχους μου ανασταίνω το μέλλον/ Το χθες του ποιητή είναι το αύριο του κόσμου».

Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, και συμβαίνει αδιάλειπτα επί 40 χρόνια, η κοινωνία όχι μόνον δεν καλεί σε διάλογο τον Θεοδωράκη, τη στιγμή που εκείνος τον ζητά επίμονα, αλλά διάφοροι συστημικοί και κομματικοί μηχανισμοί του στερούν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει αυτόν τον διάλογο και περιορίζονται σε αφορισμούς. Με αυτόν τον τρόπο κατορθώνουν να αποκόψουν τον Θεοδωράκη από τις μάζες και κυρίως από τη νεολαία.   

Ο Θεοδωράκης προσαρμόζει μεν την τακτική του αλλά ο στρατηγικός στόχος παραμένει ο ίδιος. Η  εθνική ανεξαρτησία, η παλλαϊκή εξουσία και η πατριωτική αναγέννηση, δηλαδή η συνολική αναγέννηση της πατρίδας σε όλους τους τομείς.

Συνδέει δε πάντα τον εθνικοαπελευθρωτικό αγώνα με τον αγώνα για την κατάκτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και, βεβαίως, πιστεύει ότι εκείνοι που παράγουν τον πλούτο, δηλαδή ο λαός, είναι εκείνοι οι οποίοι οφείλουν και πρέπει να αναλάβουν την ανάπτυξη και διαχείριση της οικονομίας της χώρας και πάντα προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.

Για τον Θεοδωράκη δεν νοείται πολιτική επανάσταση χωρίς την πολιτιστική επανάσταση, γι αυτό συνδέει τον αγώνα για την απελευθέρωση της κοινωνίας με τον αγώνα για την πολιτιστική ανάπτυξη, δηλαδή την πνευματική και ψυχική καλλιέργεια (τόσο ατομικά όσο και  συλλογικά) μέσω της τέχνης, μέσω της λαϊκής παράδοσης και της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και, γενικότερα, μέσω της πνευματικής δημιουργίας.

Αυτό ο Θεοδωράκης το κάνει πράξη δύο φορές. Την πρώτη φορά στα 1963 όταν ιδρύεται η Νεολαία Λαμπράκη, όπου για πρώτη φορά στην Ευρώπη του 20ου αιώνα εμφανίζεται επαναστατικό κίνημα που είναι παράλληλα και πολιτιστικό. Τη δεύτερη φορά τον Δεκέμβριο του 2010 όταν ιδρύει την Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών-Σπίθα, που είναι το μοναδικό, μέχρι στιγμής, πολιτικό και πολιτιστικό κίνημα του 21ου αιώνα.

Όταν ο Μίκης μιλά για την τέχνη, εννοεί εκείνη την τέχνη,  η οποία εκπηγάζει από τον λαό και επικοινωνεί με τον λαό, τον οποίο λαό θεωρεί συνδημιουργό, κυρίως στις μεγάλες ιστορικές του στιγμές ή και στους μεγάλους αγώνες του. (Αναφορά εκτός κειμένου στο παράδειγμα της σύνθεσης του έργου του «Ρωμιοσύνη» μετά από συμπλοκή με την αστυνομία το 1966).

Αλλά ας δούμε τι απαντά ο ίδιος ο Μίκης στην επίμονη ερώτηση «πού τοποθετείται τον εαυτό σας πολιτικά;» Απαντά: «Είμαι πατριώτης, λάτρης του ελληνικού έθνους, διεθνιστής, ουτοπικός κοµµουνιστής». Κι όταν τον ρωτούν για την Αριστερά απαντά: «Η Αριστερά δεν είναι απλώς ένα ακόµα κόµµα αλλά είναι ο ίδιος ο εργαζόµενος, ο υφιστάµενος την εκµετάλλευση των ολίγων, ο εξουσιαζόµενος λαός στο σύνολό του, τη στιγµή που θα αποκτήσει συνείδηση της δύναµής του και σύσσωµος θα σχηµατίσει µια λαοθάλασσα που σαν τσουνάµι θα ξεχυθεί στις βρωµισµένες παραλίες και θα γκρεµίσει τα χτίσµατα της τυραννίας που τον κρατούν αλυσοδεµένο πάνω στον βράχο της ανάγκης. Αυτή όµως η εγερτήρια-καθαρτήρια συνείδηση δεν γεννιέται από µόνη της αλλά είναι έργο φιλοσόφων-οραµατιστών και πρωτοπόρων αγωνιστών µε τη βούλα της προσφοράς και της θυσίας στα µέτωπά τους. Αυτοί είναι που σπέρνουν τους σπόρους µέσα στις ψυχές και στα πνεύµατα των καταπιεσµένων και τους βοηθούν να µάθουν, να πιστέψουν, να οργανωθούν και να ξεσηκωθούν. Δυστυχώς τέτοιο είδος ανθρώπων δεν υπάρχει σήµερα… Και πώς να υπάρχει, αφού από την εποχή της µεγάλης ανθοφορίας της εθνικής µας αντίστασης κι ακόµα έως χτες, τα δρεπανηφόρα άρµατα της εξουσίας κόβουν ασταµάτητα κάθε κεφάλι που ανυψώνεται πάνω από τον βάλτο της αδιαφορίας χωρίς να ακουστεί κιχ».

Ο Μίκης γράφει για το βιβλίο του «Μονόλογοι στο Λυκαυγές»: «Μετά τους Διαλόγους στο Λυκόφως, τότε που ήλιος γέρνει, ακολουθεί το Λυκαυγές, το φαινόµενο κατά το οποίο η νύχτα γίνεται πιο σκοτεινή, λίγο πριν χαράξει η µέρα. Αυτή τη στιγµή διάλεξα κι εγώ για να κυκλοφορήσω τους Μονολόγους στο Λυκαυγές, γιατί αµφιβάλλω αν υπήρξε ποτέ ή αν υπάρξει ποτέ στο µέλλον βαθύτερο σκοτάδι από αυτό που ζούµε σήµερα.

Σε αντίθεση µε το βαθύ σκοτάδι που έχει μεταβάλει τον Λαό µας σε τυφλό και µοιραίο, ελπίζω ότι τα τρία Άστρα που προτείνω, δηλαδή το Άστρο του Ανθρώπου, το Άστρο της Κοινωνίας και το Άστρο της Πατρίδας, θα λάµψουν και ίσως καταφέρουν να τυφλώσουν τον τριχωτό Κύκλωπα που άβουλοι Έλληνες του άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες της Πατρίδας και τώρα σεργιανάει και καταστρέφει ασύδοτος και ανεµπόδιστος ανθρώπους και Μύθους προαιώνιους».

Ο Μίκης, στην πιο σκοτεινή στιγµή τής νύχτας, περιµένει την καινούργια αυγή, που θα φέρει τον Απόλλωνα µε το φωτοστέφανο του ήλιου να σταλάξει στην ψυχή των ανθρώπων το πανάρχαιο µήνυµα: Η ουσία της ζωής του Έλληνα είναι η ελληνική γλώσσα, το ελληνικό ήθος, η ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονοµιά, η ελληνική φύση.

Ο Μίκης δεν µονολογεί. Απαγγέλει τον ποιητικό µονόλογο της διαδροµής του στη ζωή και στην τέχνη. Η µουσική, η επανάσταση, ο έρωτας, η Ελλάδα.

Η οικουµένη κοινωνεί τον ελληνικό λόγο µε τη θεοδωρακική µουσική. Έντεχνο-Λαϊκό, «Τραγούδι- ποταµός», Λυρική Τραγωδία, Συµφωνίες, Λαϊκά Ορατόρια- Μετασυµφωνική Μουσική.

Στο  παραπάνω κείμενο του Μίκη που μόλις σας διάβασα, γράφει ότι μας προτείνει τρία Άστρα. Το Άστρο του ανθρώπου που συνοψίζεται στη θεωρία του για τον νόμο της συμπαντικής αρμονίας, το  Άστρο της κοινωνίας που συνοψίζεται στην πρότασή του για το κοινωνικό ζήτημα παγκοσμίως, με το «Αντιμανιφέστο»- Ελεύθερος χρόνος και πολιτισμός και το Άστρο της πατρίδας που συνοψίζεται  στην πρότασή του :Η Ελλάδα Ουδέτερη χώρα και παγκόσμιο κέντρο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Να σημειώσουμε ότι τόσο στο «Αντιμανιφέστο» όσο και στην πρόταση για την Ουδετερότητα ο Θεοδωράκης θέτει ως θεμελιώδες ζήτημα –διακύβευμα για την ανθρωπότητα και στόχο αγώνα για την Αριστερά διεθνώς– την κατάκτηση της παγκόσμιας ειρήνης με τη μετατροπή των πολεμικών βιομηχανιών σε βιομηχανίες ειρήνης.

Με τους Μονολόγους στο λυκαυγές γίνεται γνωστό στο πλατύ κοινό ότι ο Θεοδωράκης είναι, εδώ και πολλά χρόνια, επίτιμος διδάκτορας στα πέντε μεγαλύτερα  της χώρας πανεπιστήμια, καθώς παρατίθενται οι ομιλίες του κατά τις τελετές αναγόρευσης.

Τον Νοέμβρη του 2017 η Συμπαντική Αρμονία ξεκίνησε να διδάσκεται στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα της Φιλοσοφίας, έπειτα από πρωτοβουλία τού αναπληρωτή καθηγητή φιλοσοφίας κυρίου Παναγιώτη Δόικου, ο οποίος την διδάσκει στο τμήμα του, και μάλιστα με μαθήματα ανοιχτά στο πλατύ κοινό.     

Στους «Μονολόγους στο Λυκαυγές» συμπεριλαμβάνονται επίσης πολιτικά και φιλοσοφικά κείμενα, κείμενα ιστορικής σημασίας, όπως η ομιλία του «Εκ Βαθέων» για τον Εμφύλιο Πόλεμο, αλλά και κείμενα καθαρά καλλιτεχνικά, όπως η ανάλυση του «Άξιον Εστί» με την ομιλία του «Οδυσσέας Ελύτης: Ένας Έλληνας επαναστάτης».

Ιδιαίτερα ξεχωρίζω την πραγματεία του «Για το πρόβλημα της ελληνικότητας». Ακόμα, συμπεριλαμβάνονται  σειρά άρθρων και ομιλιών για την κατάσταση της χώρας από το 2010 μέχρι σήμερα, με τα οποία καταθέτει τις προτάσεις του για την απελευθέρωση της πατρίδας από τη σημερινή υποδούλωση και την οικονομική ανάπτυξή της με γνώμονα το συμφέρον του λαού και όχι της οικονομικής ελίτ, η οποία διαπλεκόμενη με τον ξένο παράγοντα στάθηκε πολύτιμος αρωγός στην πολιτικής εξουσία που μας οδήγησε στην υποδούλωσή μας.

Να επισημάνω ότι ο Θεοδωράκης, δεν περιορίζεται σε μια γενική κι αόριστη καταγγελία του καπιταλισμού, αλλά μας δείχνει ξεκάθαρα τους υπαίτιους της σημερινής κατάστασης της χώρας. Δηλαδή: Η εξαρτημένη από τον ξένο παράγοντα πολιτική εξουσία, η οποία διαπλέκεται με την εξαρτημένη από τη Δύση οικονομική και πνευματική ελίτ.

Σ’ αυτή τη συλλογιστική, ο Θεοδωράκης εντάσσει ακόμα ένα πρόβλημα στο οποίο δεν αναφέρεται κανένας και αυτό είναι οι ιστορικές και πολιτιστικές διαφορές µας µε τα κράτη του ορθολογισµού.

Το καρτεσιανό πνεύµα, το εµπλουτισµένο µε την προτεσταντική παράδοση και αγωγή, έρχεται σε πλήρη αντίθεση µε τον ελληνικό κόσµο. «Εµείς οι Έλληνες», γράφει ο Μίκης, «έχουµε διαφορετική παράδοση και αγωγή, που µαζί µε την ορθοδοξία, δηµιουργούν την ισχυρή εθνική µας συνείδηση που οδηγεί σε αξίες και στάσεις ζωής εντελώς διαφορετικές από των άλλων λαών. Η τραγωδία µας αρχίζει από τη στιγµή που τα κράτη του ορθολογισµού –Γαλλία, Αγγλία, Γερµανία– αποβιβάζονται στη χώρα µας για διάφορους λόγους και προσπαθούν να µας “εκπολιτίσουν”, γιατί λόγω της ιδιαιτερότητας του λαού µας, δεν µπορούν να µας κατανοήσουν. Αυτό ακριβώς συµβαίνει και σήµερα, που θέλουν να µας επιβάλουν τον ορθολογισµό, δηλαδή τα δικά τους πρότυπα».

Όσο ο λαός µας αρνείται να µπει στα ορθολογικά καλούπια της Ευρώπης τόσο ο κ. Σόιµπλε «που ενοχλείται τόσο πολύ από την αντίθετη προς τον ευρωπαϊκό ορθολογισµό εθνική µας συνείδηση» σκληραίνει την τιµωρία µας, µε τελικό στόχο να µας καταστρέψει ολοσχερώς. Γι’ αυτό, άλλωστε, επέβαλε το Τρίτο Μνηµόνιο.

Φυσικά, ο Μίκης δεν ισχυρίζεται ότι η µοναδική αιτία της επιβολής της άγριας πολιτικής της Τρόικας είναι οι ιστορικές και πολιτισμικές διαφορές µας µε την Ευρώπη· είναι και ο ίδιος ο καπιταλισµός. Και πιστεύει ότι όσο επικρατεί η ωµή και βάρβαρη εκµετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όσο ο καπιταλισµός επιβάλλει το δίκαιο του ισχυρού και βιαιοπραγεί ενάντια στον άνθρωπο και τη φύση, τόσο η πορεία της ανθρωπότητας οδηγείται προς την ολική καταστροφή.

Όμως μίλησα πολύ και φοβάμαι ότι έχω ήδη εξαντλήσει την υπομονή σας. Γι αυτό τελειώνω με τούτη την παραίνεση: Ας αναλογιστούμε ποιον δρόμο τελικά μας δείχνει ο Μίκης Θεοδωράκης.

Κατά τη γνώμη μου, είναι ο δρόμος του Ανθρώπου με άλφα κεφαλαίο, εκείνου που σέβεται και τιμά τη δωρεά της ζωής.

Ο Μίκης μας καλεί να ερωτευτούμε τη ζωή, γιατί μόνον αν ερωτευτείς τη ζωή, θα μπορέσεις να ερωτευτείς την Επανάσταση. 

Όμως ο Μίκης δεν περιμένει να γίνουμε σαν εκείνον, πώς θα μπορούσαμε άλλωστε;

Περιμένει όμως να δούμε με μάτια ορθάνοιχτα και την καρδιά ξεκλείδωτη, περιμένει να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας γκρεμίζοντας τα ψεύτικα τείχη που ύψωσαν ανάμεσά μας δόλιοι καιροσκόποι·  περιμένει να συλλογιστούμε, περιμένει να ξαναβαφτίσουμε τις λέξεις Ελευθερία, Ανεξαρτησία, Δημοκρατία, Ισότητα, Δικαιοσύνη. Τις λέξεις Έθνος, Ελλάδα, Ελληνικότητα. Τις λέξεις Αλήθεια, Ειλικρίνεια, Τιμιότητα, Ευγένεια, Σεβασμό, Αλληλεγγύη, Φιλοξενία. Περιμένει «να ξαναβρούμε το νόημα της Ελληνικής Παιδείας, του Ελληνικού Πολιτισμού και του Ελληνικού Ήθους. Των λέξεων “Εθνική Υπερηφάνεια” και Πατρίδα», όπως γράφει. Ο Μίκης δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει σε εμάς, ακόμα κι όταν κάποιοι από εμάς έπαψαν να πιστεύουν σε εκείνον. «Είμαστε πανταχόθεν περικυκλωμένοι», γράφει,  από έναν Κύκλωπα που τον λένε Ψέμα και που περιμένει τον Οδυσσέα να του βγάλει το κτηνώδες του Μάτι. Και ο Οδυσσέας δεν είναι άλλος παρά όλοι εσείς […] οι αντίθετοι σ' αυτόν το σάπιο κόσμο που μας πνίγει». Και περιμένει ο Μίκης, όλους εμάς, όπως ακριβώς περιγράφει ο στίχος του Μανόλη Αναγνωστάκη:  «όρθιος και μόνος/μες την τρομερή ερημία του πλήθους».  

 

Αναστασία Βούλγαρη

Θέατρο Έαρ Βικτώρια

Αθήνα, 13/12/2017

(Ολόκληρη η ομιλία, χωρίς τις αναγκαστικές περικοπές που έγιναν κατά την εκφώνηση, λόγω του περιορισμένου χρόνου)

 

 

­­

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD