Παρουσιάσεις

Στον Γιάννη Ρίτσο

Στον Γιάννη Ρίτσο 

Είσαι πάντα εδώ.
Το γαλάζιο βλέμμα σου αγκαλιάζει την πατρίδα μου. 
Αγκαλιάζει τη θάλασσα που τόσο αγάπησες, τα κρινάκια και το θυμάρι των βράχων·
τους ανθρώπους του μεροκάματου και τους δημιουργούς.
Αγκαλιάζει τα παιδιά, τις μανάδες, τις ερωτευμένες κοπέλες
και τους άντρες με τα ναυαγισμένα όνειρα.
Σμίγεις τα φρύδια και θυμάσαι.
Κοιτάζω βαθιά μέσα στα μάτια σου· βυθίζομαι στα νερά τους.
Δάκρυα που γίνανε ποτάμια.
Τίποτα δεν άλλαξε από τότε.
Ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι με μεγάλα όνειρα και τη βεβαιότητα της αγάπης.
«Η σονάτα του σεληνόφωτος» 
κι η «Εαρινή συμφωνία» άνοιξαν στη συνείδησή μου την πόρτα της ποίησης.
Και γεύτηκα την ποίηση και γεννήθηκα.
Και ντύθηκα την ποίηση να με ζεσταίνει τώρα που δεν υπάρχει φωτιά. 
Τώρα που η σημαία της αγάπης δεν ανεμίζει μεσίστια.
Τώρα που τα συναισθήματα πληγώνονται  κάθε μέρα.
Τώρα που τα νιάτα κλείνουν τα βλέφαρα και σωπαίνουν.
Είναι φορές που ακούω την ανάσα σου. Κι άλλες πάλι ακούω τη φωνή σου στις βαριές ώρες
καθώς σουρουπώνει και λέω: «Πάει πέρασε κι αυτή η μέρα κι ο κόσμος δεν έμαθε ακόμα ν’ αγαπά».
Εσύ απαντάς: «Ακόμα...Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα. Κουράγιο».
Συγχώρα μας που ακόμα δεν μάθαμε τον κόσμο ν’ αγαπάει.
Ευλόγησέ με. Ο δρόμος μακρύς και δύσβατος.
Οι πέτρες με πληγώνουν και τούτο το ταξίδι δεν έχει τέλος.
Αυτό εσύ μου το έμαθες τότε που είπες:
«Καθένας μας έχει στους ώμους του
Την κούραση δώδεκα ωρών από ήλιο
Τον πόνο τόσων χρόνων
Την απόφαση μιας ολόκληρης ζωής».

Ναι! Την απόφαση μιας ολόκληρης ζωής. Ευλόγησέ με.   

Είσαι εδώ. «Οι γειτονιές του κόσμου» σαν να τις γράφεις σήμερα. Κοιτάζεις έξω από το ανοιχτό παράθυρο, καπνίζεις πολλά τσιγάρα και λες:  

«Η νύχτα κρατούσε πολύ.

Μεγάλες ειδήσεις χτυπούσαν με τις γροθιές τους τις πόρτες τα μεσάνυχτα.

Αργούσε να ξημερώσει.

Βάδιζε σαν ποτάμι ο ουρανός μπρος στα κλειστά παράθυρα.

Το αίμα κυλούσε στα κατώφλια.

Η μάνα κρεμούσε το βασανισμένο της χαμόγελο στο πρόσωπο του γιού της

όπως κρεμάει ο στρατοκόπος το ταγάρι του με το λίγο ψωμί

σ’ ένα κλαδί ανθισμένο. Η μάνα μουρμούριζε “παιδί μου”

κι είχε μες στη φωνή της ένα σαββατόβραδο

κι είχε μες στη φωνή της ένα παράθυρο

που δεν ήξερες αν θ’ ανοίξει σ’ ένα περβόλι με λιακάδα

ή σ’ έναν κάμπο λασπωμένο μες στη νύχτα.

Η αδελφή μουρμούριζε “αδελφέ μου”

κι είταν σα να σιδέρωνε στο σούρουπο ένα πουκάμισο

που δεν ήξερες αν θα το φορέσει κάποιος που θα βγεί περίπατο

ή κάποιος που δε θα περπατήσει πια ποτέ.

Η αγαπημένη μουρμούριζε ‘καλέ μου’

κι είτανε σα ν’ ανέβαζε ένας πληγωμένος φαντάρος το παγούρι του στο στόμα του

κι η φωνή της έμενε μέσα στη νύχτα

σαν ένα λεωφορείο σταματημένο μέσα στην ερημιά κάτου απ’ τη βροχή.

Κι εμείς λέγαμε “σύντροφε”.

Κι είταν μες στη φωνή μας όλη η ζωή κι όλος ο κόσμος».

 

Αναστασία Βούλγαρη
21 Μαρτίου 2017 
Εαρινή ισημερία και π
αγκόσμια ημέρα της ποίησης 

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD