Παρουσιάσεις

Ελλάδα μου αγαπημένη

 

             Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,

Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση. Ευχαριστώ τον Φώτη και τη Νεκταρία, τον Θοδωρή και την Κατερίνα, καθώς και όλους και όλες που είστε σήμερα εδώ.

«Ελλάδα μου αγαπημένη», το σημερινό θέμα της εκδήλωσή μας και θα ταξιδέψουμε στην ιστορία της Ελλάδας με τα λόγια των ποιητών.

Ήρθαν

ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

          Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν

το Σοφό, τον Οικιστή και το Γεωμέτρη,

Βίβλους γραμμάτων και αριθμών,

          την πάσα υποταγή και Δύναμη,

το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.

          Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

[…]

Έστησαν και θεμελίωσαν

          στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα

πύργους κραταιούς κι επαύλεις

          ξύλα και άλλα πλεούμενα,

τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα,

          στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.

Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·      

ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
                                                                                          

          Έφτασαν

ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου,

τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.

          Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε

παρά μόνο σίδερο και φωτιά.

          Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα

μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Μόνον όπλα και σίδερο κα φωτιά.

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί -«Τα πάθη, Ζ’»

 

Όπως το έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης, Ελλάδα μου αγαπημένη.

Έφερε ο Σοφός τα δικά του τα λόγια, τα δικά του τα γράμματα και τη σκέψη του. Κι επέβαλε τον δικό του τρόπο ζωής. Τον ατομικισμό, το συμφέρον και την εκμετάλλευση. Και τα παμπάλαια ελληνικά γράμματα– δηλαδή τον λόγο τον ελληνικό, που χάραξε στον κόσμο τους δρόμους τής δημοκρατίας, της τέχνης, της επιστήμης και της φιλοσοφίας– τ’ άρπαξε για δικά του ο Σοφός, και στα δικά μας μάτια έριξε στάχτη και σκοτάδι· μην η σκέψη μας τον κόσμο αντικρύσει καθαρά και πούμε όλοι μαζί «ελευθερία!».

Ξέρετε, η μεγαλύτερη ανισότητα δεν είναι η ταξική.
Η μεγαλύτερη ανισότητα βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ελίτ στερούν από τους λαούς την καλλιτεχνική δημιουργία, την λαϊκή τους παράδοση και την επιστήμη.
Δηλαδή τον ίδιο τον πολιτισμό.

Έφτασαν, λοιπόν,  ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί σου, Ελλάδα, και στα λιμάνια σου έχτισαν τα καράβια του θανάτου.

Και τα δέντρα σου πολύ μίσησαν. Γιατί όπως έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος στη Ρωμιοσύνη:

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δεν βολεύονται κάτω από τα ξένα βήματα,

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,

αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

 

Πολεμούσες, Ελλάδα μου. Πάντα πολεμούσες για το δίκιο και τη λευτεριά. Οι άντρες σου, οι γυναίκες σου και τα παιδιά σου ήταν πάντα πολιορκημένοι· αλλά «Ελεύθεροι πολιορκημένοι». Στο Μεσολόγγι, στη Χίο και στα Ψαρά. Στο Αρκάδι και στα λεύτερα βουνά της Κρήτης και της Μάνης. 

Μια σταλιά γης είσαι πάνω στον πλανήτη. Ένα αλωνάκι.

Όμως, «Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι» όπως το έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός στους «Ελεύθερους πολιορκημένους», καθώς έψαχνε τις λέξεις για να υφάνει την ποίηση τη νεοελληνική και να γράψει:

Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

Πού ό,τι θέλεις ημπορείς,

Εις τον τόπον, Ελευθερία,

Ματωμένη περπατείς!

 

Για εσένα ο Ανδρέας Κάλβος ντύθηκε με τα μαύρα του πένθους ως το τέλος της ζωής του, και είπε στις «Ωδές»του:

Όσοι το χάλκαιον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται

ζυγόν δουλείας ας έχωσι.

Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία.

***

Έφτασαν  ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί σου, Ελλάδα, μετά τον μεγάλο ξεσηκωμό του ’21, που ενίκησες τα στίφη των Οθωμανών.

Στην καρδιά της Αθήνας το παλάτι του έχτισε ο Οικιστής (ο αποικιοκράτης) κι άρχισε να πλέκει πόντο πόντο τον διχασμό σου και την καινούρια υποδούλωσή σου, Ελλάδα.

Και είδες, τη μάνα σου τη Σμύρνη να καίγεται, και χιλιάδες πρόσφυγες ξεριζωμένοι έστησαν καινούργιες ζωές σε τούτα τα χώματα, με μοναδικά υλικά τα δάκρυά τους και τις αναμνήσεις.

Δεκαεννέα χρόνια μετά την μεγάλη καταστροφή, ξεκίνησες την άλλη μεγάλη πορεία σου. Της Εθνικής Αντίστασης. Διψούσες για λευτεριά, πεινούσες για προκοπή και ειρήνη, Ελλάδα μου αγαπημένη.
Οι διψασμένοι και οι πεινασμένοι σου πήρανε και πάλι τ’ άρματα και τραβήξανε κατά τα βουνά, όπως το ʼγραψε ο Ρίτσος:

ΟΛΟΙ ΔΙΨΑΝΕ

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι πεινάνε.

Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια.

Μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους

σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

 

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι.

Το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους,

το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους–

έχουν στα χείλη τους απάνου το θυμό

κι έχουνε τον καημό βαθιά βαθιά στα μάτια τους

σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

 

Όταν νίκησες τους Γερμανούς, έφτασαν και πάλι ντυμένοι φίλοι οι εχθροί σου, και κουμάντο έκαμαν πάνω στη θυσία των παιδιών σου, Ελλάδα. Κι όταν λαμπάδιασαν τα νιάτα επάνω στα βουνά, στον δεύτερο μεγάλο αδελφοκτόνο πόλεμο της ιστορίας σου, ήρθαν οι Άλλοι, οι σκοτεινοί, εκείνοι που έχτισαν τις ηνωμένες πολιτείες τους με
το αίμα των αθώων.

Εκείνοι που κυβερνούσαν τότε ζήτησαν από τον Γεωμέτρη, με χάρακα και διαβήτη, να χαράξει τη γη και τα βουνά πάνω στους χάρτες του. Τρύπησε τα σπλάχνα της γης σου και είδε τον αμύθητο πλούτο σου, Ελλάδα. Είδε ο Γεωμέτρης πώς καρπίζει τ’ αμπέλι και το στάρι κάτω από τον καυτό ήλιο και μίσησε τον ήλιο που ζεσταίνει
την καρδιά και το βλέμμα και γεννάει αγάπη.

Χάραξαν ο Γεωμέτρης, ο Σοφός κι ο Οικιστής μαζί με τον Προδότη, επάνω στους χάρτες της Αγοράς τη θάλασσα με τον αμύθητο πλούτο και την λογάριασαν για δική τους.

Τα αγιασμένα μάρμαρά σου ζήλεψαν και τα ωραία σου αγάλματα και λογάριασαν σε αριθμούς την αξία τους· τι στο μυαλό τους δεν χώραγε το ιερό μέτρο τού Παρθενώνα.  

Εκείνα τα χρόνια που «ο αδελφός τον αδελφό/ με σύμβουλο Αμερικανό/ χορταίνει νιάτα το βουνό», όπως το έζησε και το έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, που είχε επιζήσει από το κολαστήριο τού Μαουτχάουζεν.

Όμως εσύ Ελλάδα μου δεν έχασες το θάρρος σου, γιατί είχες τον Τάσο Λειβαδίτη να σου γράφει γράμματα ερωτικά και να σου λέει:

Μη χάνεις το θάρρος σου

εμείς πάντα το ξέραμε

πως δεν χωράει

μέσα στους τέσσερεις τοίχους

το μεγάλο μας όνειρο.

Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι

που στα σπλάχνα τους κοιμούνται τόσοι σκοτωμένοι.

 

Και τότε αναστήθηκες, Ελλάδα κι έπλεξες το αναστάσιμο στεφάνι της καινούργιας σου άνοιξης. Άνοιξαν διάπλατα τα παράθυρα των χαμηλών σπιτιών στις λαϊκές συνοικίες, για να περάσει η μελοποιημένη ποίηση, που την κρατούσε στην αγκαλιά του ένας πανύψηλος μουσικός, που τον έλεγαν Μίκη Θεοδωράκη .

«Βράχο βράχο τον καημό μου» και «την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ». «Μαρίνα φως του αυγερινού» και «φεγγάρι μάγια μούκανες». «Όμορφη πόλη/ φωνές μουσικές/ απέραντοι δρόμοι /κλεμμένες ματιές/ θα γίνεις δικιά μου…». «Άξιον εστί το πέτρινο πεζούλι» και «στο περιγιάλι το κρυφό», τραγουδούσαν οι εργάτες και οι φοιτητές, οι αγρότες, οι εργάτριες κι οι νοικοκυρές. Μαζί τους τραγουδούσαν κι οι γυναίκες της Πίνδου κι οι αλλοτινές αντάρτισσες της Ρούμελης. Τραγουδούσαν οι κοπελιές και τ’ αγόρια με τα φλογισμένα μάτια, που διαδήλωναν φωνάζοντας «Δημοκρατία», γιατί πολύ σε αγαπούσαν, Ελλάδα.

Ξαφνικά ήρθε πάλι το σκοτάδι.

Ήρθαν οι άνθρωποι με τα μαύρα, που έχουν σκοτάδι στα μαλλιά τους

κι αυτοί που έχουν βροχή στα χέρια τους

και κεραυνό στο κοίταγμά τους.

 Όπως το έγραψε στα 1969 ο Μάνος Ελευθερίου.

Οι διασαλευμένοι λοχαγοί, μαζί με τους εχθρούς μας που είχαν ντυθεί φίλοι, έφεραν και πάλι το σίδερο και τη φωτιά. Αυτή τη φορά στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών.

Τριάντα τρία μερόνυχτα κλεισμένος στο κατασκότεινο υπόγειο κελί της απομόνωσης, δεμένος πισθάγκωνα είκοσι τέσσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο, να κοιμάται ημίγυμνος στο τσιμέντο με μοναδικό του προσκεφάλι τα παπούτσια του, ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει και μελοποιεί μέσα στο μυαλό του:

Επουράνιοι ποταμοί

υπόγειοι χείμαρροι

κατεβαίνουν παφλάζοντας

οδός ονείρων…

Πού βρέθηκε τόσος λυρισμός μέσα στο σφαγείο της Γενικής Ασφάλειας;

 

Ο Αλέκος Παναγούλης, στην απομόνωση, έγραφε ποιήματα. Δεν του έδιναν μολύβι, γι αυτό έγραφε με το αίμα από τις πληγές του.

Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας

θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν

ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε

ἀπελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ

γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.  

Ο Αλέκος βασανίστηκε φριχτά και έζησε εντοιχισμένος σε ειδικό κελί στην απομόνωση τεσσερισήμισι  χρόνια.

Για εσένα το έκαμε, Ελλάδα μου αγαπημένη.

***

Μεταπολίτευση! Ελευθερία και χαρά κι αρχίζει η μεγάλη κατρακύλα, που μας έφερε στα σημερινά.

Δεκαετία 1980 της επιδότησης και της ευημερίας.

Ο Κώστας Τριπολίτης διαβάζει το μέλλον με τα ποιήματά του.

Μια ανάπηρη εξουσία

τουφεκίζει τις βδομάδες

σε αργή αυτοκτονία

να τραβάει τις Ελλάδες

τού θανάτου η συντεχνία

λίγο πριν το δυο χιλιάδες

…τα χαντάκια τώρα τα ʼδες.

 

Κι από τότε έως σήμερα, Ελλάδα μου, ακούς την τρυφερή φωνή του Καβάφη να λέει:

 Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα κ’ αψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.[…]

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

 

Σήμερα, έφτασαν και πάλι έφτασαν ντυμένοι φίλοι οι εχθροί μας. «Ανεπαισθήτως» μάς οδήγησαν στη νέα κατοχή.

Έφεραν το Σοφό τον Οικιστή και το  Γεωμέτρη.

Βίβλους γραμμάτων και αριθμών,

την πάσα Υποταγή και Δύναμη,

το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.

[…]

Έστησαν και θεμελίωσαν […]

τους Νόμους, τούς θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα

 

Τα παιδιά σου κοιμούνται νηστικά, κι εσύ σκλαβωμένη και πάλι, Ελλάδα κι η πληγή τού Σεφέρη αιμορραγεί.

Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι,

όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου,

όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων.

***

«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;» Η μάνα του Παύλου Φύσσα πρόσωπο με πρόσωπο με τον φονιά του παιδιού της.

Και τώρα; Τι θα κάνουμε τώρα; Θα ζήσεις Ελλάδα; Θα χαθείς για πάντα; Και πάλι ο Ελύτης μας απαντά:

Τα θεμέλιά μου στα βουνά

και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους

και πάνω τους η μνήμη καίει

άκαυτη βάτος.

[…]

Τ’ ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.

Γιατί ο Ελύτης είδε τα μελλούμενα και είπε:

Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων […]

Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.

Βλέπω τις κανονιοφόρους τού Έρωτα.

Που σημαίνει ότι οι λαοί και πάλι θα νικήσουν.

 

Σήμερα, μέσα από τα βάθη του χρόνου ο Άγγελος Σικελιανός μας καλεί και προστάζει:

Ομπρός· βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την
                                                                                             Ελλάδα·

ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον
                                                                                                κόσμο!

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ένας συγκεκριμένος γεωγραφικός χώρος με μια συγκεκριμένη ιστορία. Είναι «το ελληνικό παράθυρο θέασης τού Κόσμου». (Γ. Κασιμάτης)

Η ουσία της Ελλάδας, η ουσία της ελληνικής σκέψης (δηλαδή της ελληνικής αντίληψης του Κόσμου) και της αρχαίας  γνώσης, εξακολουθεί να ωθεί, να σπρώχνει προς τα εμπρός τον πολιτισμό τού πλανήτη, παρά τα χτυπήματα που δέχεται από το απάνθρωπο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό σύστημα.

Σε εμάς και στις νέες γενιές έπεσε ο κλήρος να «σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα», ώστε να σηκωθεί ο ήλιος πάνω από τον κόσμο.

Οι Έλληνες ποιητές πάντα το γνώριζαν αυτό. Γι αυτό, με αίμα και δάκρυα και καημό, έγραψαν τόσο ωραίους, μεγαλειώδεις και διαχρονικούς στίχους. Στίχους κραυγές, στίχους προτάγματα για τη σωτηρία της ζωής, της φύσης και του ανθρώπου. Στίχους που εξυμνούν τη συνεκτική πεμπτουσία του Σύμπαντος, που είναι η αγάπη.  

Το ζητούμενο, λοιπόν, σήμερα, είναι να γίνουν τα λόγια των ποιητών πράξεις. Πώς; Εδώ έχει απαντήσει ο ποιητής Μίκης:

«Ενωθείτε βράχια βράχια

ενωθείτε χέρια χέρια»

 

Αναστασία Βούλγαρη

Νέα Στύρα

21.3.2017

 

 

© 2014 Αναστασία Βούλγαρη.

κατασκευη ιστοσελιδας - XTD